Η επιλογή του φύλου

Psychiatros post Leave a Comment

220px-Hans_Baldung_001 Η βιολογική βάση της σεξουαλικής εμπειρίας και συμπεριφοράς

Η ιχνηλάτηση της ανάπτυξης των ανθρώπινων σεξουαλικών χαρακτηριστικών είναι  μία υπόθεση που έχει απασχολήσει πολύ την ψυχιατρική και την ψυχολογία. Δια  της έρευνας διαπιστώνεται ότι όσο προχωρούμε ανοδικά στην βιολογική κλίμακα  του ζωικού βασιλείου (ειδικά συγκρίνοντας θηλαστικά χαμηλότερης τάξης με άλλα  πρωτεύοντα και τους ανθρώπους) οι ψυχοκοινωνικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα  στα παιδιά και τους φροντιστές έχουν αυξημένο ρόλο στον καθορισμό της  σεξουαλικής συμπεριφοράς με ταυτόχρονη μείωση της επίδρασης από γενετικούς  και ορμονικούς παράγοντες.

Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης των θηλαστικών το έμβρυο έχει το δυναμικό να  εξελιχθεί σε άρρεν ή θήλυ. Οι αδιαφοροποίητες γονάδες μπορούν να εξελιχθούν σε  όρχεις ή ωοθήκες, ανάλογα με το γενετικό κώδικα που αναπαρίσταται στα  χρωμοσώματα καθορισμού του φύλου, ΧΧ για τα θηλυκά και ΧΥ για τα αρσενικά. Η  πρώτη ανάπτυξη των γονάδων στους ανθρώπους συμβαίνει περίπου από την έκτη εβδομάδα της κύησης, όταν κάτω από την επήρεια του γενετικού κώδικα στα αρσενικά εκκρίνονται οι ορμόνες της αρρενοποίησης. Αν το φύλο είναι θηλυκό, η διαφοροποίηση των ωοθηκών ξεκινά τη δωδέκατη εβδομάδα της κύησης. Η διαφοροποίηση ακολουθεί την κατεύθυνση της θηλεοποίησης ανεξάρτητα από το γενετικό προγραμματισμό, εκτός και εάν υπάρχουν επαρκή επίπεδα τεστοστερόνης. Δηλαδή, ακόμα και αν ο γενετικός κώδικας κωδικοποιεί άρρεν φύλο, μη επαρκή επίπεδα τεστοστερόνης οδηγούν στην ανάπτυξη θηλυκών σεξουαλικών χαρακτηριστικών.

Η αρχή της θηλεοποίησης προϋποθέτει ότι ο θηλυκός φαινότυπος έχει προτεραιότητα έναντι του αρσενικού. Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής θηλυκής διαφοροποίησης από το σύστημα των αρχέγονων πόρων του Muller αναπτύσσονται η μήτρα, οι σάλπιγγες και το έσω τριτημόριο του κόλπου. Στους άρρενες οι πόροι του Muller ατροφούν και εκφυλίζονται και στη θέση τους αναπτύσσεται το σύστημα των πόρων του Wolf, που θα εξελιχθούν στο αρσενικό γεννητικό σύστημα.
Ενώ διαφορετικοί πρόδρομοι για τα αρσενικά και τα θηλυκά εσωτερικά σεξουαλικά όργανα είναι παρόντες για την πιθανή ανάπτυξη, οι πρόδρομοι των εξωτερικών σεξουαλικών οργάνων είναι ομότυποι, δηλαδή τα ίδια πρόδρομα όργανα αναπτύσσονται είτε στα αρσενικά είτε στα θηλυκά σεξουαλικά όργανα.

Αν δεν υπάρχουν επαρκή επίπεδα ανδρογόνων (τεστοστερόνης και διύδροτεστοστερόνης) κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου της διαφοροποίησης που ξεκινά στο έμβρυο των οκτώ εβδομάδων, θα αρχίσει να αναπτύσσεται η κλειτορίδα, τα χείλη και ο κόλπος. Αλλά με την παρουσία επαρκών επιπέδων ανδρογόνων, θα αναπτυχθεί το πέος και ο σάκος των όρχεων.

man_womanΚάτω από την επίδραση των κυκλοφορούντων εμβρυϊκών ορμονών συμβαίνει διμορφική ανάπτυξη ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου κατ’ αντιστοιχία με τη διαφοροποίηση των εσωτερικών και εξωτερικών γεννητικών οργάνων. Ο εγκέφαλος είναι κατ’ αρχάς αμφιτυπικός και επικρατεί η ανάπτυξη των θηλυκών χαρακτηριστικών εκτός και αν υπάρχουν επαρκή επίπεδα κυκλοφορούντων ανδρογόνων. Σε αυτό το στάδιο της διαφοροποίησης καθορίζονται ειδικές υποθαλαμικές και υποφυσιακές λειτουργίες που θα διαφοροποιηθούν σε κυκλικότητα στις γυναίκες και μη κυκλικότητα στους άντρες.

Η διαφοροποίηση αρσενικού-θηλυκού στον εγκέφαλο συμβαίνει μόνο στο τρίτο τρίμηνο, αφού διαφοροποιηθούν τα εξωτερικά γεννητικά όργανα και πιθανόν συνεχίζεται έως και το πρώτο τρίμηνο μετά τη γέννηση. Σε μη πρωτεύοντα θηλαστικά η προγεννητική ορμονική διαφοροποίηση του εγκεφάλου προετοιμάζει την μετέπειτα συμπεριφορά ζευγαρώματος. Ωστόσο στα πρωτεύοντα η πρώιμη κοινωνική επικοινωνία και η μάθηση είναι εξαιρετικά σημαντικά στον καθορισμό της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Με αυτό τον τρόπο ο έλεγχος της συμπεριφοράς ζευγαρώματος καθορίζεται σημαντικά από τις πρωιμότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου τα οποία προκύπτουν στην εφηβεία- η κατανομή του σωματικού λίπους και της τριχοφυΐας, αλλαγή της φωνής, ανάπτυξη του στήθους και σημαντική ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων, όλα πυροδοτούνται από συστημικούς παράγοντες και ελέγχονται από σημαντική αύξηση των κυκλοφορούντων ανδρογόνων και οιστρογόνων όπως εξαρτώνται και οι ειδικές λειτουργίες στις γυναίκες της έμμηνου ρύσεως της εγκυμοσύνης και της λοχείας.

Ορμονικές ανισορροπίες μπορεί να μεταβάλλουν τα δευτερογενή σεξουαλικά χαρακτηριστικά φέρνοντας -εφόσον υπάρχει έλλειψη ανδρογόνων- γυναικομαστία στους άντρες και -με υπερβολικά ανδρογόνα- υπερτρίχωση, βάθυνση της φωνής και υπερτροφία της κλειτορίδας στις γυναίκες. Οι επιδράσεις των μεταβολών των επιπέδων των ορμονών στη σεξουαλική επιθυμία και στη συμπεριφορά δεν είναι τόσο καθαρές.

Το πως το κεντρικό νευρικό σύστημα επιδρά στην σεξουαλικότητα κατά την εφηβεία δεν είναι ξεκάθαρο. Στους άρρενες, ανεπαρκής κυκλοφορία ανδρογόνων μειώνει την ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας. Όταν τα ανδρογόνα είναι στα φυσιολογικά ή πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα η σεξουαλική επιθυμία και η συμπεριφορά είναι ανεξάρτητες από αυτές τις διακυμάνσεις. Προεφηβικός ευνουχισμός σε άρρενες οι οποίοι δεν λαμβάνουν εξωγενή τεστοστερόνη οδηγεί σε σεξουαλική απάθεια. Αντίθετα, η εξωγενής χορήγηση σε άρρενες με πρωτοπαθή ανεπάρκεια της αρρενοποίησης αποκαθιστά τη φυσιολογική σεξουαλική επιθυμία και συμπεριφορά. Η ανταπόκριση όμως στη θεραπεία σε μεταγενέστερα χρόνια, εφόσον η απάθεια έχει εγκαθιδρυθεί, είναι λιγότερο αποτελεσματική.

Κρίσιμες χρονικές αλληλουχίες φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο εδώ. Αντίστοιχα, παρόλο που μελέτες σε γυναίκες δείχνουν ότι υπάρχει υψηλότερη επιθυμία πριν ή μετά από την έμμηνο ρύση, η εξάρτηση (σύνδεση) της σεξουαλικής επιθυμίας με τις μεταβολές στα επίπεδα των ορμονών είναι λιγότερο σημαντική όταν συγκρίνεται με ψυχοκοινωνικά ερεθίσματα. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι η γυναικεία σεξουαλική επιθυμία μπορεί να επηρεάζεται περισσότερο από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες απ’ότι η σεξουαλική επιθυμία των ανδρών.

Ωστόσο, στα πρωτεύοντα και σε άλλα θηλαστικά το σεξουαλικό ενδιαφέρον και η σεξουαλική συμπεριφορά ελέγχονται ισχυρά από τις ορμόνες. Η συμπεριφορά του ζευγαρώματος σε τρωκτικά καθορίζεται αυστηρά από το ορμονικό περιβάλλον και ενέσιμη έγχυση ορμονών μετά τη γέννηση μπορεί να την επηρεάσουν με κρίσιμο τρόπο. Ο μετεφηβικός ευνουχισμός οδηγεί σε μείωση της διέγερσης και σεξουαλικού ενδιαφέροντος και εξελίσσεται κατά τη διάρκεια εβδομάδων και μηνών, ενώ είναι αναστρέψιμος άμεσα μετά την έγχυση ενέσεων τεστοστερόνης. Τεστοστερόνη σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση αυξάνει τη σεξουαλική τους επιθυμία χωρίς να μεταβάλλει με κάποιο τρόπο το σεξουαλικό τους προσανατολισμό.

Γενικά τα ανδρογόνα φαίνεται να επηρεάζουν την ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας και στα δύο φύλα αλλά πάντα εντός του πλαισίου της επικράτησης των ψυχοκοινωνικών παραγόντων για τη σεξουαλική διέγερση.

Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες

Ενώ ο τρόπος με τον οποίο οι ορμόνες επηρεάζουν τη σεξουαλική συμπεριφορά είναι σε γενικές γραμμές παραδεκτός, οι περιοχή όπου οι βιολογικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με τους ψυχοκοινωνικούς είναι λιγότερο σαφής. Δύο τέτοια θέματα είναι αυτά της πυρηνικής ταυτότητας του φύλου (core gender identity) και της ταυτότητας του ρόλου του φύλου (gender role identity).
Στους ανθρώπους, η πυρηνική ταυτότητα του φύλου (δηλαδή η αίσθηση του ατόμου για το αν είναι αρσενικό ή θηλυκό) δεν καθορίζεται από βιολογικά χαρακτηριστικά αλλά από το φύλο που αναθέτουν οι φροντιστές κατά τη διάρκεια των δύο έως τεσσάρων ετών.

Αντίστοιχα, η ταυτότητα του ρόλου του φύλου (δηλαδή η ταύτιση του ατόμου με συγκεκριμένες συμπεριφορές που είναι τυπικές για τα αρσενικά ή τα θηλυκά σε κάθε κοινωνία) επίσης επηρεάζεται σημαντικά από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Επιπρόσθετα, η ψυχαναλυτική διερεύνηση αποκαλύπτει ότι η επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου- του στόχου της σεξουαλικής επιθυμίας-επίσης επηρεάζεται ισχυρά από την πρώιμη ψυχοκοινωνική εμπειρία.
core gender

Πυρηνική ταυτότητα φύλου

Η έρευνα έχει αναδείξει ότι  γονείς, ακόμα και κάτω  από συνηθισμένες  συνθήκες ακόμα και αν  πιστεύουν  ότι  συμπεριφέρονται στα μικρά τους αγόρια και  κορίτσια με ακριβώς τον ίδιο τρόπο δείχνουν  διαφορετικές συμπεριφορές ανάλογα με το φύλο.  Παρόλο που εντοπίζονται διαφορές με βάση το  προγεννητικό ορμονολογικό ιστορικό, αυτές οι  διαφορές δεν σημαίνουν αυτόματα διαφοροποίησηστη συμπεριφορά αγοριών/κοριτσιών. Η θηλεοποιητική ορμονική παθολογία στους άρρενες και η αρρενοποιητική στα θήλεα εκτός από περιπτώσεις βαριάς ορμονικής ανωμαλίας μπορεί να επηρεάσει περισσότερο την ταυτότητα του ρόλου του φύλου, παρά τον πυρηνική ταυτότητα του φύλου.

Υπερβολικά επίπεδα ανδρογόνων κατά την προγεννητική περίοδο σε ένα κορίτσι μπορεί να είναι υπεύθυνα για τη συμπεριφορά του ως «αγοροκόριτσου» και για αυξημένη κατανάλωση ενέργειας για αναψυχή και επιθετικότητα. Ανεπαρκής διέγερση προγεννητικά από ανδρογόνα σε ένα αγόρι μπορεί να προκαλούν βαθμού παθητικότητα και μη επιθετικότητα, αλλά δεν επηρεάζουν την πυρηνική ταυτότητα του φύλου. Επιπλέον, ερμαφρόδιτα παιδιά τα οποία τα μεγαλώνουν χωρίς με το περιβάλλον τους να τα αντιμετωπίζει σταθερά ως αρσενικά ή θηλυκά θα αναπτύξουν ισχυρή ταυτότητα ως αρσενικά ή θηλυκά σε συμφωνία με τον τρόπο ανατροφής τους, ανεξάρτητα από το γενετικό τους υπόβαθρο, το ορμονικό περιβάλλον και ακόμα και σε κάποιο βαθμό- την εξωτερική εμφάνιση των γενετικών τους οργάνων.

Κατά το παρελθόν έχει ερευνηθεί η σχέση μεταξύ πρώιμης παθολογίας στην αλληλεπίδραση γονιού παιδιού και τη διαμόρφωση της πυρηνικής ταυτότητας του φύλου. Ο τρανσεξουαλισμός, δηλαδή η ανάπτυξη μίας πυρηνικής ταυτότητας φύλου η οποία είναι αντίθετη με τη βιολογική -σε άτομα με ξεκάθαρα καθορισμένο βιολογικό γένος- δεν έχει βρεθεί να σχετίζεται με γενετικές, ορμονικές ή άλλες φυσικές ανωμαλίες των γεννητικών οργάνων. Παρόλο που η έρευνα σε λεπτές βιολογικές μεταβλητές ειδικά στα θηλυκά τρανσέξουαλ θέτει ερωτήματα μερικών δυνητικών ορμονικών επιδράσεων, η βασική παθολογία που παίζει ρόλο είναι αυτή των πρώιμων ψυχοκοινωνικών επιδράσεων.

Με αυτό τον τρόπο η ψυχαναλυτική διερεύνηση των παιδιών με μη φυσιολογική σεξουαλική ταυτότητα όπως επίσης και το ιστορικό των ενήλικων τρανσέξουαλ μας παρέχει πληροφορίες για σημαντικά πρότυπα όπως έχουν περιγραφεί από σημαντικούς ερευνητές (Stoler).

Αυτά περιλαμβάνουν για τους άρρενες τρανσέξουαλ (βιολογικούς άρρενες που βιώνουν τους εαυτούς τους ως έχοντες πυρηνική ταυτότητα γυναίκας) μία μητέρα με ισχυρά αμφισεξουαλικά στοιχεία προσωπικότητας που είναι μακριά από τον παθητικό ή μη διαθέσιμο σύζυγο και που απορροφά το γιό της ως συμβολική ολοκλήρωση του εαυτού της. Η αρμονική τους συμβίωση η οποία εμμέσως εκμηδενίζει την αρρενωπότητα του αγοριού τον οδηγεί σε υπερβολική ταύτιση με τη μητέρα και σε απόρριψη του ρόλου του αρσενικού που γι’ αυτή είναι απαράδεκτος και ο οποίος δεν έχει μοντελοποιηθεί επαρκώς από τον απόντα πατέρα.

Στα θήλεα τρανσέξουαλ, η απορριπτική συμπεριφορά της μητέρας και η μη διαθεσιμότητα του πατέρα οδηγούν τη μικρή κόρη που δεν νιώθει την ενίσχυση ως μικρό κορίτσι να γίνει ένα υποκατάστατο αρσενικό και με αυτό τον τρόπο να ανακουφίσει την αίσθηση της μοναξιάς και της κατάθλιψης της μητέρας. Η αρσενική αυτή συμπεριφορά ενισχύεται από τη μητέρα της οποίας μειώνεται η απελπισία, με αποτέλεσμα τη βελτιωμένη οικογενειακή αλληλεγγύη.

Η πρώιμη γονεϊκή συμπεριφορά (κυρίως η μητρική) η οποία επηρεάζει την πυρηνική ταυτότητα του φύλου και η σεξουαλική λειτουργικότητα γενικότερα δεν είναι ειδική για τους ανθρώπους. Οι Harlow & Harlow στις κλασικές τους εργασίες με πρωτεύοντα επέδειξαν ότι η δημιουργία επαρκούς δεσμού μέσω ασφαλούς και φυσικά στενής επαφής ανάμεσα στο παιδί και την μητέρα είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη φυσιολογικής σεξουαλικής απάντησης σε ενήλικες πιθήκους. Η απουσία της φυσιολογικής μητρικής φροντίδας και δευτερογενώς η αλληλεπίδραση με ομάδες συνομήλικων σε σημαντικές αναπτυξιακές περιόδους διακόπτει τη δυνατότητα επαρκούς μεταγενέστερης ενήλικης σεξουαλικής απάντησης. Αυτοί οι πίθηκοι είναι επίσης δυσπροσαρμοστικοί και σε άλλες κοινωνικές διαντιδράσεις.

Παρόλο που ο Freud πρότεινε ψυχολογική αμφισεξουαλικότητα και για τα δύο γένη, υπέθεσε ότι η πρώτη σεξουαλική ταυτότητα και για τα δύο φύλα ήταν αρσενική. Πρότεινε ότι τα κορίτσια τα οποία στην αρχή καθηλώνονται στην κλειτορίδα ως πηγή ευχαρίστησης παράλληλα με το πέος- μετέβαλλαν την πρωτογενή του σεξουαλική ταυτότητα(και τον έμμεσο ομοφυλοφιλικό τους προσανατολισμό) από την μητέρα στον πατέρα σε ένα θετικό οιδιπόδειο προσανατολισμό ως έκφρασης της απογοήτευσης για τη μη ύπαρξη πέους, άγχους ευνουχισμού και της συμβολικής ευχής αντικατάστασης του πέους από το παιδί του πατέρα.

Ο Stoller υποστήριξε ότι δεδομένης της στενής σχέσης και της συμβιωτικής σχέσης με τη μητέρα οι πιο πρώιμη ταύτιση είναι και για τα δύο φύλα με τη μητέρα, με μία σταδιακή μεταβολή ως τμήμα μίας διαδικασίας αποχωρισμού, εξατομίκευσης. Οι Person και Oversey με βάση τις μελέτες τους σε άτομα με ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό, τραβεστί και τρανσέξουαλ υπέθεσαν ότι υπάρχει ταυτότητα του φύλου που είναι αρσενική ή θηλυκή από την αρχή.

Δυο άλλοι ερευνητές, οι Braunschweig και fain σε συμφωνία με την υπόθεση του Freud για την αρχική αμφισεξουαλικότητα και στα δύο φύλα υποστήριζαν ότι στην αρχή υπάρχει ψυχολογική αμφισεξουαλικότητα η οποία προκύπτει από την ασυνείδητη ταύτιση του παιδιού και με τους δύο γονείς. Δεν πειράζει αν ο πατέρας μαγειρεύει το φαγητό και η μητέρα οδηγεί το τρακτέρ (δηλαδή οι κοινωνικοί ρόλοι) αν οι γονείς επιδεικνύουν ισχυρή ταυτότητα του φύλου, τα παιδιά θα μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σύμφωνα με το φύλο τους.

brain areas

Ταυτότητα του ρόλου του φύλου

Σε μία κλασική πια μελέτη οι Maccoby και Jacklin συμπεραίνουν ότι υπάρχουν αβάσιμες απόψεις για την ταυτότητα του ρόλου του φύλου, μερικές από τις οποίες είναι αρκετά κοινές. Τέτοιες είναι παραδείγματος χάριν ότι τα κορίτσια είναι περισσότερο κοινωνικά και υποβόλιμα από τα αγόρια, ότι  έχουν χαμηλότερη αυτοπεποίθηση, ότι μειονεκτούν στην ύπαρξη κινήτρων για να επιτύχουν στόχους και ότι είναι καλύτερα στην εκμάθηση επαναληπτικών δραστηριοτήτων. Τα αγόρια θεωρείται ότι είναι περισσότερο αναλυτικά, είναι καλύτερα σε έργα τα οποία απαιτούν υψηλότερη γνωστική επεξεργασία και στην αναστολή προηγούμενα μαθημένων διαδικασιών. Τα κορίτσια θεωρείται ότι επηρεάζονται περισσότερο από την κληρονομικότητα, τα αγόρια από το περιβάλλον, τα κορίτσια είναι περισσότερο ακουστικά, τα αγόρια οπτικά.

Οι αποδεδειγμένες διαφορές στα φύλα είναι οι ακόλουθες: Τα κορίτσια έχουν μεγαλύτερη γλωσσική ικανότητα από τα αγόρια, τα αγόρια τα πάνε καλύτερα σε οπτικοχωρικά και μαθηματικά ερεθίσματα και τα αγόρια είναι περισσότερο επιθετικά. Ανοικτά είναι τα ερωτήματα διαφορών σε απτική ευαισθησία, φόβο, άγχος, ανταγωνιστικότητα, κυριαρχία, «μητρική» συμπεριφορά.

Ποιες από αυτές τις συμπεριφορές είναι γενετικά καθορισμένες και ποιες κοινωνικά; Βιολογικοί παράγοντες σίγουρα εμπλέκονται στην οπτικοχωρική αντίληψη και την επιθετικότητα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά στους άρρενες σε όλες τις κουλτούρες και στα πρωτεύοντα.

Η συμπεριφορά η οποία συνδέεται με το άλλο φύλο, που μπορεί να είναι θηλυπρέπεια στα αγόρια ή αγορίστικη συμπεριφορά στα κορίτσια συχνά σχετίζεται με την ομοφυλόφιλη επιλογή αντικειμένου. Ο προσανατολισμός προς το ίδιο φύλο μπορεί να επηρεάζει την υιοθέτηση ρόλων που σχετίζονται με το αντίθετο φύλο.

 

road mapsΗ επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου

Οι Money και Perper χρησιμοποιούν τον όρο πρότυπα ανθρωπίνων συμπεριφορών για τις  αναφορές στα αντικείμενα της σεξουαλικής διέγερσης του ατόμου. Ο Money αναφέρεται στους  ερωτικούς χάρτες, που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των σεξουαλικών αντικειμένων που επιλέγει  κάποιος. Πιστεύει ότι αυτά συμπληρώνονται έως την ηλικία των οκτώ ετών.
Ο Meyer υποστήριξε ότι όταν το νήπιο ή το μικρό παιδί υποσυνείδητα ταυτίζεται με τον γονιό του  ίδιου φύλο, τότε ταυτίζεται και με το σεξουαλικό ενδιαφέρον στον άλλο γονιό.

Ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας

Το βιολογικό μας υλικό, υπεύθυνο για τη σεξουαλική διέγερση και τη σεξουαλική πράξη είναι σχετικά καλά ταυτοποιημένο. Υπό διερεύνηση είναι τα ερεθίσματα που προκαλούν τη σεξουαλική απάντηση και η υποκειμενική ποιότητα του ερεθισμού. Επίσης δεν υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στους ερευνητές για τη ποσοτική μέτρηση του ερεθισμού και την ένταση της διέγερσης. αλλά και η συγκριτική μελέτη της διέγερσης μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σε γενικές γραμμές είναι προαπαιτούμενο ένα ικανό επίπεδο ανδρογόνων  για να υπάρχει δυναμικό σεξουαλικής απάντησης επηρεάζοντας την σεξουαλική επιθυμία τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες.

Αλλά αν οι ορμόνες είναι σε υψηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα, η σεξουαλική επιθυμία και συμπεριφορά ανεξαρτητοποιούνται από τις μεταβολές τους. Για τους ανθρώπους ο παράγοντας που επικρατεί και καθορίζει το βαθμό της σεξουαλικής επιθυμίας είναι γνωσιακός-η γνώση του σεξουαλικού ενδιαφέροντος η οποία αντανακλάται σε σεξουαλικές φαντασιώσεις, αναμνήσεις και ανταπόκριση σε σεξουαλικά ερεθίσματα. Η εμπειρία καθεαυτή δεν είναι ολοκληρωτικά γνωσιακή. Περιλαμβάνει ισχυρό συναισθηματικό στοιχείο.

 

Πηγή: Love relations, from normality to pathology by Otto Kernberg

Μοιραστείτε!
Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *