Αρχείο κατηγορίας post

αναρτήσεις

Η πυροδοτηση στο εργαστηριο μιας εξωσωματικης εμπειριας

perception-brain-regionsΠολλοί από εμάς έχουν ακούσει για τις εμπειρίες εκτός σώματος. Εμπειρίες δηλαδή κατά τις οποίες η συνείδηση του ατόμου μπορεί να υπάρξει και να ταξιδέψει εκτός σώματος. Κάποιοι ίσως να έχουν βιώσει μία τέτοια εμπειρία. Ερευνητές από το Ινστιτούτο Karolinska στη Σουηδία (ένα ιδιαίτερα σημαντικό παγκόσμιο ερευνητικό κέντρο) αποκαλύπτουν πως δημιούργησαν την ψευδαίσθηση μίας τέτοιας εμπειρίας σε υγιείς συμμετέχοντες σε μελέτη με αυτό το αντικείμενο.

Οι ερευνητές κατάφεραν με τη δημιουργία μίας παραισθητικής εμπειρίας να «τηλεμεταφέρουν» τους συμμετέχοντες στη μελέτη σε διάφορα σημεία του δωματίου, υποδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο ότι η θέση στην οποία πιστεύουμε ότι βρίσκεται το σώμα μας εξαρτάται από συγκεκριμένες εγκεφαλικές διεργασίες.

Τα ευρήματα αυτής της έρευνας δημοσιεύονται στο περιοδικό Current Biology.

Για να μπορεί ένα άτομο να ξέρει την ακριβή θέση του σώματός του σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, ο εγκέφαλος πρέπει να λαμβάνει συνεχώς πληροφορίες από διαφορετικές αισθήσεις.

Η τοποθέτηση του εαυτού στο χώρο αποκωδικοποιείται από εγκεφαλική δραστηριότητα στον κροταφικό και βρεγματικό λοβό.

Για τους σκοπούς της μελέτης 15 υγιείς συμμετέχοντες τοποθετήθηκαν σε ένα τομογράφο ενώ έφεραν στο κεφάλι τους μία κάσκα με οθόνη την οποία έβλεπαν. Σε αυτή την οθόνη  οι εθελοντές έβλεπαν τους εαυτούς τους μέσα στον τομογράφο από κάποια άλλη περιοχή του δωματίου.

Έπειτα η οθόνη που κοιτούσαν έδειχνε σε κάθε συμμετέχοντα το σώμα κάποιου αγνώστου που στεκόταν μπροστά από το σώμα του στον τομογράφο. Για να πυροδοτήσει μία εμπειρία εκτός σώματος, ο ερευνητής ακουμπούσε το πραγματικό σώμα του εθελοντή με κάποιο αντικείμενο, ενώ η οθόνη έδειχνε την ίδια στιγμή τον άγνωστο να λαμβάνει το ίδιο ακριβώς ερέθισμα σε τέλειο συγχρονισμό.

Σε διάστημα ήδη λίγων δευτερολέπτων ο εγκέφαλος συνέχεε την αίσθηση της αφής και τα οπτικά ερεθίσματα με αποτέλεσμα το παραισθητικό βίωμα ότι ο εθελοντής βρισκόταν στο σώμα του αγνώστου και ότι το σώμα του κατείχε τώρα τη θέση που είχε το σώμα του αγνώστου στο δωμάτιο, μία θέση φυσικά έξω από το πραγματικό σώμα του εθελοντή!

Με βάση αυτά τα δεδομένα οι ερευνητές βρήκαν ότι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την θέση που αντιλαμβάνονταν ότι βρίσκονταν οι συμμετέχοντες με βάση ειδικά κυκλώματα εγκεφαλικής δραστηριότητας τα οποία προέκυπταν στον κροταφικό και βρεγματικό λοβό.

Επιπλέον ανακάλυψαν μία σύνδεση ανάμεσα στην προσλαμβανόμενη πληροφορία, τα κυκλώματα δραστηριότητας και την ένταση με την οποία γίνονταν αντιληπτή η εμπειρία έξω από το σώμα. Φαίνεται, ότι μία σημαντική εγκεφαλική περιοχή που σχετίζεται με την εκτίμηση της θέσης είναι ο ιππόκαμπος.

Το εύρημα αυτό είναι ενδιαφέρον διότι υποδηλώνει ότι κύτταρα του ιπποκάμπου υπεύθυνα για τον εντοπισμό της θέσης δεν εμπλέκονται μόνο στην καθοδήγηση και στην κωδικοποίηση της μνήμης αλλά είναι επίσης σημαντικά και στη δημιουργία της συνειδητής θέσης του ατόμου στο χώρο.

 

Πηγή:  http://www.medicalnewstoday.com/

Psychiatriki planet

Μοιραστείτε!

Το Ψυχιατρικό στίγμα και η ανάγκη της φαρμακευτικής αγωγής

Ο καθdifferentένας μας έχει τη δική του εικόνα για την Ψυχική νόσο. Για τους  περισσότερους,  η  ψυχική νόσος αντιπροσωπεύεται από εκείνο το  παράξενο παιδί στο χωριό που έτρεχε συνέχεια και χωρίς λόγο,  ταυτίζεται με εκείνη την κυρία που λέει όλη την ώρα παράξενα  πράγματα, σχετίζεται με τον άλλο κύριο, που έχει εκείνο το  φοβιστικό  βλέμμα, «αποκαλύπτεται» με ρεπορτάζ της τηλεόρασης τα οποία μιλάνε  (ή μιλούσαν) για ψυχιατρεία-φυλακές-τρώγλες, από περιστατικά που  έρχονται στο φως της δημοσιότητας (τύπου Κωσταλέξι) ή με ταινίες- θρίλερ που έχουν ως πρωταγωνιστή κάποιο ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Πολλές από αυτές τις εικόνες προκαλούν απέχθεια, φόβο και επιφυλακτικότητα. Ὀμως είναι αναμφισβήτητα  εικόνες  που συνδέονται με τα βιώματά μας  ακόμα και αν αντιπροσωπεύουν εν πολλοίς εικόνες του παρελθόντος. Αυτές οι εικόνες, ακόμα και αν τις συναντούμε κάποιες φορές στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν συνιστούν αντικειμενική αποτύπωση της ψυχικής νόσου, αλλά αποτελούν κομμάτι της και μάλιστα μικρό.

 

Όταν ένας ασθενής περνά την πόρτα του ιατρείου, δεν πρέπει μόνο να εντοπιστεί, να αξιολογηθεί, να περιγραφεί και αντιμετωπιστεί το πρόβλημά του. Πρέπει οπωσδήποτε από την αρχή ακόμα της επαφής να διερευνηθεί και η εικόνα που έχει για την ψυχική νόσο. Πρέπει να εντοπιστούν οι δυσπροσαρμοστικές του πεποιθήσεις, οι εμπειρίες, οι «ταμπέλες» και τα κλισέ που τριγυρνούν στο μυαλό του, ο φόβος και το άγχος της σύγκρισης του προσωπικού του προβλήματος  με το πρόβλημα του γνωστού, του γείτονα ή του συγγενή που είναι ασθενής ψυχικά και με τον οποίο συγκρίνεται. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναγνωστεί τουλάχιστον η κυρίαρχη εικόνα που έχει για τη ψυχική νόσο εν γένει.

Μετά την ολοκλήρωση του διερευνητικού κομματιού, έρχεται το κομμάτι της θεραπείας. Αυτή μπορεί να είναι μιλώντας με γενικούς όρους, είτε η φαρμακοθεραπεία ή η ψυχοθεραπεία με τις ποικίλες της εκφάνσεις. Το κομμάτι της φαρμακοθεραπείας είναι αυτό που κατεξοχήν δημιουργεί συνήθως στους ασθενείς την μεγαλύτερη δυσφορία-ανησυχία.

Τρείς είναι οι κύριοι λόγοι που συνήθως συμβαίνει αυτό:

Ο πρώτος είναι ότι μερικές φορές η ψυχική νόσος συνοδεύεται από μειωμένη εναισθησία. Εναισθησία είναι η δυνατότητα που έχει ένας άνθρωπος να καταλαβαίνει ότι πάσχει σε ψυχικό επίπεδο. Μπορεί η νόσος του να είναι φανερή στους γύρω, αλλά όχι στον ίδιο. Αυτό είναι συχνό φαινόμενο στις ψυχωτικές διαταραχές και στη διπολικότητα, ειδικά όταν η διάθεση είναι αυξημένη (άνω πόλος, υπομανία-μανία). Ο ασθενής λοιπόν δεν καταλαβαίνει ότι πάσχει, άρα δεν καταλαβαίνει ότι πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ή δεν καταλαβαίνει με ποιο τρόπο μπορεί να τον βοηθήσει η ψυχιατρική αγωγή. Κάποιες φορές μάλιστα πιστεύει ότι η φαρμακευτική αγωγή είναι και μέρος του προβλήματός του και την αποφεύγει πάση θυσία. Βιώνει λοιπόν τη φαρμακευτική αγωγή ως κίνδυνο (σε ψυχωτικές διαταραχές κυρίως) ή ως άχρηστη επιβάρυνση (στην υπομανία-μανία που αισθάνεται καλά. Ποιος άνθρωπος που αισθάνεται καλά θέλει να λάβει φάρμακο;)

Ο δεύτερος λόγος είναι η προσωπική προτίμηση. Υπάρχει μία μερίδα ασθενών που δεν θέλουν να λαμβάνουν οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Συνδέουν ενδεχομένως την αγωγή με την αίσθηση της προσωπικής φθοράς και αδυναμίας και σιχαίνονται την πιθανότητα της αποδοχής σε ψυχικό επίπεδο ότι μπορεί να βρεθούν σε μία κατάσταση όπου θα πρέπει να βοηθηθούν από εξωτερικό παράγοντα, (τουλάχιστον για προβλήματα που μπορεί να διαρκούν). Ο εξωτερικός παράγοντας-φάρμακο που μπορεί να βοηθήσει βιώνεται εδώ ως απόδειξη-υπενθύμιση της φθαρτότητας του εγώ και ως τέτοιος απορρίπτεται. Εξάλλου, η ψυχιατρική αγωγή είναι αγωγή κατ’ εξοχήν μακρά (διάστημα μηνών τουλάχιστον) στις περισσότερες των περιπτώσεων, για να μπορεί ο ασθενής να βιώνει τα διαρκή θετικά της αποτελέσματα, εξ’ ου και η δυσφορία στην αποδοχή της.

Ο τρίτος βασικός λόγος είναι το ψυχιατρικό στίγμα. Πολλοί ασθενείς φοβούνται και στην παραμικρή πιθανότητα φαρμακευτικής αγωγής (αναφερόμαστε σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν μειωμένη εναισθησία). Αυτοί έχουν αισθανθεί ότι το πρόβλημα που βιώνουν εντοπίζεται στην ψυχική σφαίρα. Από τη μία πλευρά είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται, να βιώνουν δυσλειτουργία και δυσφορία (λόγω του φόβου της στιγματοποίησης), από την άλλη όμως νιώθουν αρκετά απελπισμένοι και γι’ αυτό απευθύνονται σε γιατρό. Η θέση που έχουν περιπέσει είναι θέση έντονης αμφιβουλησίας-αμφιθυμίας. Πιθανόν να έχουν πραγματοποιήσει μία πρώτη απόπειρα ψυχοθεραπείας, που όμως δεν τους βοήθησε επαρκώς (δεν είχαν τα αποτελέσματα που θα επιθυμούσαν).

Εύλογα αναρωτιέται τότε κανείς, μα τί ζητούν από το γιατρό; Ζητούν την ανακούφιση, αυτό είναι το μόνο βέβαιο, ενδεχομένως ανακούφιση με ένα τρόπο μαγικό, με μία λύση χωρίς κόστος. Το κόστος που δεν είναι έτοιμοι να αναλάβουν φαίνεται στην ανησυχία που δείχνουν όταν προτείνεται μία φαρμακευτική αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση, το κριτήριο της συναίνεσης στην αγωγή μπορεί να είναι «η βαρύτητα» της.  Το φάρμακο είναι αποδεκτό εφόσον είναι κάτι «ελαφρύ». Σαν αυτό «της γειτόνισσας» που το παίρνει και είναι περδίκι. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ένα φάρμακο που να είναι «φυτικό», να μην δημιουργεί κανένα «πρόβλημα», ή να μπορεί κανείς να το λαμβάνει κατά βούληση περιστασιακά και να είναι αποτελεσματικό ως λύση κατά περίσταση.

Το φάρμακο «της γειτόνισσας», είναι κατά πάσα πιθανότητα ένα αγχολυτικό, σπανιότερα ένα αντικαταθλιπτικό. Μπορεί να το έχει συνταγογραφήσει ο παθολόγος ή ο οικογενειακός-γενικός ιατρός.  Άρα, σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του ασθενούς, αφού το γράφει ο παθολόγος δεν είναι ψυχιατρικό, άρα δεν υπάρχει το άγχος της ταμπέλας.

Εδώ, η κυρίαρχη ιδέα στον άνθρωπο που επηρεάζεται από το φόβο του ψυχιατρικού στίγματος είναι ότι η φαρμακευτική κατηγορία του φαρμάκου καθορίζεται από το ποιος το συνταγογραφεί  και όχι από τον τρόπο λειτουργίας, το περιβάλλον δράσης του ίδιου του φαρμάκου και τα φαρμακολογικά του χαρακτηριστικά. Στην ίδια κατηγορία εμπίπτει και η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής από το φαρμακοποιό (όποτε και εφόσον αυτός υποκύπτει σε αυτό το ατόπημα), που μπορεί να χορηγήσει ένα αγχολυτικό, αλλά συνήθως «ήπιο» ή κάποιο φυτικό προϊόν. Δηλαδή αφού το έδωσε ο φαρμακοποιός για «ελαφρύ» πρέπει να είναι και έτσι.

Η αλήθεια όμως είναι ότι τα φάρμακα ανεξαρτήτως θεραπευτικής κατηγορίας δεν κατηγοριοποιούνται ποτέ σε «βαριά» και σε «ήπια-ελαφριά» (Μερικές φορές όμως χαρακτηρίζονται ως τέτοια και από συναδέλφους γιατρούς, για να πειστεί να τα λάβει εύκολα και γρήγορα ο ασθενής- με αποτέλεσμα να δημιουργούνται όμως έτσι εσφαλμένες πεποιθήσεις). Τα ψυχιατρικά φάρμακα (και γενικότερα τα φάρμακα) χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ή μικρότερη αποτελεσματικότητα στο πρόβλημα για το οποίο θα κληθούν να δράσουν. Κάθε ένα από αυτά έχει ιδιαίτερο προφίλ ενδεχόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών, που δεν διαφέρουν όμως σημαντικά από τις ανεπιθύμητες ενέργειες οποιοδήποτε άλλων φαρμάκων στην ιατρική (ίσως μάλιστα κάποιες φορές τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται ευρέως από την Ψυχιατρική να είναι και καλύτερα ανεκτά από άλλα). Τέλος, κάθε φάρμακο έχει ένα δοσολογικό εύρος στο οποίο παρουσιάζει τα βέλτιστα αποτελέσματα.

 

Ο προσδιορισμός ενός φαρμάκου ως «ελαφρού» ουσιαστικά αντιπροσωπεύει περισσότερο την επιθυμία του πάσχοντος.  Είναι η επιθυμία  ταύτισης του φαρμάκου με μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και κατ’ επέκταση αφορά στην επιθυμία του ασθενούς να ανήκει σε αυτή την ομάδα. Τα «ελαφριά» φάρμακα δίνονται στα «ελαφριά» προβλήματα (το είδος που ελπίζει πως παρουσιάζει ο ασθενής) και τα «βαριά» φάρμακα στα «βαριά» προβλήματα- με τα οποία ο ασθενής έχει έρθει σε επαφή συνήθως με τραυματικό τρόπο μέσω φημών, τηλεόρασης, σινεμά και αστικών μύθων που προαναφέρθηκαν. Ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να του συστήσουν κάποια αγωγή που κατά τη γνώμη του απευθύνεται σε κάτι «βαρύ», αφού αυτό θα σήμαινε πως θα έπρεπε να αποδεχτεί ότι το πρόβλημά του έχει σημαντική βαρύτητα-πιθανόν λοιπόν να τον απειλεί. Πολλοί άνθρωποι δεν διανοούνται να αποδεχτούν πως πάσχουν από καρκίνο, ενώ είναι προετοιμασμένοι να ακούσουν πως ο οργανισμός έχει παρουσιάσει μία ασαφή «φλεγμονή» που θα σημαίνει ταλαιπωρία  μεν, δυνητική ίαση δε. Υποβαθμίζουν έτσι το πρόβλημα τους, με την ελπίδα πως θα είναι αντιμετωπίσιμο. Κάποιες φορές εναποθέτουν τη θεραπεία τους στους άλλους (συγγενείς και ιατρούς),  κάποιες άλλες φορές όμως στο πλαίσιο της υποβάθμισης της βαρύτητας του προβλήματος το παραμελούν, με αποτέλεσμα αυτό να αφήνεται να εξελίσσεται.

Πολλές φορές, ένας εν δυνάμει ψυχικά ασθενής (αυτός που μέχρι πρότινος δεν έχει λάβει ποτέ υπηρεσίες ψυχικές υγείας) συνδυάζει την ανησυχητική-προβληματική εξωτερική εικόνα που μπορεί να παρουσιάζει ένας defacto ψυχικά ασθενής (που είναι αυτός που λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή-σύμφωνα με το σκεπτικό του εν δυνάμει ασθενή) με την ψυχιατρική αγωγή. Δεν καταλαβαίνει όμως ότι αυτό που παρατηρεί ΔΕΝ είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αγωγής.

Οι παράγοντες που έχουν εδώ σημαντικό ρόλο είναι πολλοί. Τις περισσότερες φορές η εξωτερική εικόνα του ψυχικά ασθενούς είναι η εικόνα της ελλιπούς θεραπείας της ψυχικής νόσου. Είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που τα συμπτώματα από τη ψυχική σφαίρα είναι υποθεραπευμένα. Που ζουν σε εξαιρετικά αρνητικά και τραυματικά περιβάλλοντα.  Ή είναι η εικόνα ανθρώπων χρονίως πασχόντων που δεν έλαβαν ποτέ αγωγή ή που την έλαβαν με υστέρηση πολλών ετών, με αποτέλεσμα το πρόβλημά τους να έχει παγιωθεί. Εναλλακτικά, μπορεί να είναι εικόνα ανθρώπων  που κάνουν κακή χρήση της αγωγής, που τη λαμβάνουν υποδοσολογημένα, περιστασιακά, χαοτικά, ή σε δόσεις πέραν του πρέποντος. Κάποιες φορές είναι η εικόνα ανθρώπων  με πολλά και σημαντικά συνοδά οργανικά προβλήματα που επηρεάζουν  λειτουργικά και δομικά τον εγκέφαλο με τρόπους που δεν γίνεται απλά να αναιρεθούν με τη χορήγηση κάποιου φαρμάκου. Ή τέλος είναι εικόνα ανθρώπων που λόγω κακής  διαγνωστικής-θεραπευτικής επιλογής δεν έχουν λάβει τη βέλτιστη διάγνωση ή τη σωστή φαρμακευτική αγωγή (κάτι που φυσικά μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ιατρική ειδικότητα).

Κάποιες φορές, με βαριά καρδιά ομολογουμένως ένας ασθενής δέχεται να λάβει φαρμακευτική αγωγή με σημαντική όμως αρνητική προσδοκία. Αυτό το γεγονός έχει μεγάλη κλινική σημασία. Από τις κλινικές μελέτες, για την κυκλοφορία ενός φαρμάκου, αναγνωρίζεται το φαινόμενο του placebo (δηλ. του εικονικού φαρμάκου). Για να κυκλοφορήσει ένα φάρμακο, πρέπει να τεκμηριώσει καταρχάς την ασφάλειά του. Αφού αυτό γίνει, πρέπει έπειτα να τεκμηριώσει και την αποτελεσματικότητά του. Αυτό πολλές φορές γίνεται μέσω της σύγκρισής του με ένα άλλο καθιερωμένο φάρμακο της ίδιας κατηγορίας, πιο συχνά όμως με τη σύγκριση με ένα εικονικό φάρμακο. Ένα φάρμακο δηλαδή που δεν έχει δραστικό συστατικό, είναι μόνο ζάχαρη ή άμυλο ή κάποιο άλλο έκδοχο και έχει την ίδια όψη με το υπο εξέταση φάρμακο.

Για να κυκλοφορήσει λοιπόν το φάρμακο (το πραγματικό), πρέπει να παρουσιάζει σημαντική διαφορά στην αποτελεσματικότητα σε σχέση με το placebo. Μέχρι εδώ όλα είναι καλά και αναμενόμενα. Το «παράξενο» είναι όμως ότι βελτίωση (μικρότερη όμως) παρουσιάζει και ο ασθενής που παίρνει και το εικονικό φάρμακο (χωρίς να το ξέρει). Άρα, συμπεραίνουμε ότι στη βελτίωση του ρόλο παίζουν και άλλοι παράγοντες (προφανώς  ψυχολογικοί). Η θετική του προσδοκία, (ότι πραγματικά θα βελτιωθεί με την αγωγή) τον οδηγούν τελικά σε βελτίωση (δεν ισχύει αυτό για όλες τις νόσους, βέβαια, ενώ η βελτίωση συνήθως είναι παροδική με το placebo).

Δυστυχώς όμως υπάρχει κάποιες φορές και η αντίθετη διαπίστωση. Ότι ο  άνθρωπος που λαμβάνει αγωγή με αρνητική όμως προσδοκία, παρουσιάζει ενδεχομένως αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες (φαινόμενο nocebo).

Ο ασθενής λοιπόν που λαμβάνει αγωγή, νιώθοντας όμως και αρνητικά γι’ αυτήν (λόγω στίγματος), ενδεχομένως να δημιουργεί για τον εαυτό του μερικές φορές μία κυρίαρχη αφήγηση που παίρνει τη μορφή αυτοεκπληρούμενης προφητείας, στην οποία έχει την τάση να αυτοεγκλωβίζεται .Συνήθως λαμβάνει την αγωγή απλά και μόνο επειδή του το λέει ο γιατρός ενώ ο ίδιος δεν πιστεύει ότι πραγματικά θα βοηθηθεί. Μπορεί λοιπόν μέσω του φαινομένου nocebo να παρουσιάζει περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ή να δίνει περισσότερη σημασία ακόμα και στην παραμικρή ενόχληση, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η δυσφορία που έτσι κι αλλιώς βιώνει (λόγω του αυξημένου ψυχικού του φορτίου).

Κάποιες φορές, ο ασθενής για συστεμικούς λόγους αναγκάζεται να λαμβάνει αγωγή, χωρίς όμως να την αποδέχεται πλήρως. Μπορεί να του το «επιβάλλει» η οικογένειά του, το γεγονός ότι νοσηλεύεται για το πρόβλημά του, το γεγονός ότι βλέπει βελτίωση στην καθημερινότητά του.  Αυτός ο ασθενής (ειδικά αν είναι νέος) πολλές φορές δυσκολεύεται να συντηρήσει τη λήψη της αγωγής, παρόλο που αναγνωρίζει την αξία της. Και εδώ το στίγμα έχει θεμελιώδη ρόλο. Τα ερωτήματα που διατυπώνει καίρια: «δεν μπορώ να βγω έξω και να πιώ ποτό με τους φίλους μου», «ποιος/ποια θα κάνει σχέση μαζί μου αν μάθει ότι παίρνω φάρμακα», «αυτό θα είναι το μέλλον μου», κ.ο.κ. Ο ασθενής αυτός εκείνη τη στιγμή βιώνει μία σημαντική ψυχική σύγκρουση. Αποδέχεται (έστω και μερικά) την ωφέλεια από τη βοήθεια που λαμβάνει, είναι όμως πολλές φορές έτοιμος να «θυσιαστεί» στο βωμό της γνώμης των άλλων, καταδικάζοντας πολλές φορές τον εαυτό του στην καταπίεση της στιγματοποίησης από ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς μπορεί να τον απορρίψουν και να τον απομακρύνουν .

Η διόρθωση δυσπροσαρμοστικών αντιλήψεων είναι ένα σημαντικό κομμάτι της θεραπευτικής της ψυχικής νόσου. Ο άνθρωπος που νοσεί ψυχικά, πολλές φορές είναι απελπισμένος, μπερδεμένος και επιβαρυμένος. Έχει ανάγκη βοήθειας και συχνά γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και επικίνδυνων πρακτικών. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις ακόμα και νεαρών ανθρώπων, που στο φόβο της στιγματοποίησης εμπιστεύονται εαυτούς σε απίθανους τύπους που τους χορηγούν «αυτοσχέδια» φάρμακα τα οποία φέρουν την υπόσχεση του «αποτελεσματικού» και του «φυσικού». Αυτές οι πρακτικές είτε δεν είναι αποτελεσματικές ή χειρότερα μπορεί  και να έχουν επιβαρυντικά αποτελέσματα.

Είναι σημαντικό η θεραπευτική αντιμετώπιση να διεξάγεται με όρους συνεργασίας και είναι θεμελιώδους αξίας η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην (όποια) θεραπεία (φαρμακευτική ή άλλη). Αυτής που έχει χαθεί από τον ψυχικά πάσχοντα και που εμπεριέχει την ανησυχία του για το αν θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, για το αν πρόβλημά του θα γίνει σεβαστό, για το αν θα του στερηθεί η αξιοπρέπειά του και για το αν θα στιγματοποιηθεί. Και το κυριότερο για τους όρους της εκπλήρωσης της επιθυμίας του, να βρει βοήθεια και ανακούφιση.-

Μοιραστείτε!

Οι χρήστες κάνναβης είναι επιρρεπείς σε ψευδείς αναμνήσεις

brainΜία νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε σε ένα από τα  περιοδικά με τη μεγαλύτερη αναγνώριση στην Ψυχιατρική, το Molecular Psychiatry, αποκαλύπτει ότι οι χρήστες κάνναβης, είναι περισσότερο επιρρεπείς στο να βιώνουν ψευδείς αναμνήσεις.

Η μελέτη έγινε από ερευνητές του Βιοϊατρικού Ερευνητικού Ινστιτούτου του Universitat Autònoma de Barcelona, σε συνεργασία με  το Brain Cognition and Plasticity group of the Bellvitge Institute for Biomedical Research (IDIBELL – University of Barcelona). Μία λοιπόν από τις γνωστές συνέπειες της χρήσης είναι τα προβλήματα μνήμης που μπορεί να προκαλέσει. Οι χρόνιοι χρήστες δείχνουν μεγαλύτερη δυσκολία από το γενικό πληθυσμό στη διατήρηση πληροφοριών και στην ανάκληση αναμνήσεων. Η μελέτη αυτή επίσης σημειώνει, ότι η χρόνια χρήση κάνναβης προκαλεί διαστρεβλώσεις στη μνήμη (“μνημονικό θόρυβο”), μεγαλώνοντας την προδιάθεση εμφάνισης ψεύτικων ή φανταστικών γεγονότων μνήμης.

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ο εγκέφαλος να θυμάται γεγονότα που δεν έχουν συμβεί ποτέ. Η δημιουργία της μνήμης είναι μία εύπλαστη και απαρτιωτική διαδικασία, η οποία είναι σταδιακή και γι’ αυτό είναι επιρρεπής σε διαστρεβλώσεις. Αυτά τα μνημονικά “λάθη” απαντώνται συχνότερα σε αρκετές νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές, αλλά μπορεί να παρατηρηθούν και στον υγιή πληθυσμό. Τέτοιες “μνημονικές ασυνέπειες” γίνονται συχνότερες με τη φυσιολογική γήρανση.

Μία από τις πιο συχνές λάθος αναμνήσεις που έχουμε  είναι περιστάσεις από την παιδική μας ηλικία τις οποίες πιστεύουμε ότι θυμόμαστε, διότι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας, μας τις έχουν περιγράψει ξανά και ξανά. Η διατήρηση του ελέγχου της ορθότητας των αναμνήσεών μας είναι μία πολύπλοκη γνωσιακή διαδικασία η οποία μας επιτρέπει να έχουμε τη δική μας αίσθηση πραγματικότητας και επίσης σχηματοποιεί τη συμπεριφορά μας, βασισμένη σε προηγούμενες εμπειρίες.

Στη δημοσιευμένη λοιπόν μελέτη στο περιοδικό Molecular Psychiatry, συγκρίθηκε μία ομάδα χρονίων χρηστών κάνναβης με μία υγιή ομάδα ελέγχου. Αρχικά τους παρουσιάστηκε μία σειρά λέξεων την οποία έπρεπε να θυμούνται. Μετά από μερικά λεπτά τους έδειχναν και πάλι τις αρχικές λέξεις, αναμεμειγμένες όμως με νέες, οι οποίες ήταν σημασιολογικά σχετικές ή άσχετες. Όλοι οι συμμετέχοντες καλούνταν να αναγνωρίσουν τις λέξεις της αρχικής λίστας. Οι χρήστες κάνναβης πίστευαν σε μεγαλύτερο βαθμό από την ομάδα ελέγχου ότι οι σημασιολογικά σχετικές αλλά νέες λέξεις ανήκαν στην αρχική ομάδα λέξεων. Με την εξέταση μαγνητικής τομογραφίας οι ερευνητές συμπέραναν ότι οι χρήστες κάνναβης παρουσίαζαν μικρότερη εγκεφαλική δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τις μνημονικές διαδικασίες και στον γενικό έλεγχο και οργάνωση των μνημονικών πόρων.

Η μελέτη σημείωσε μνημονικά ελλείματα στους χρήστες, παρόλη τη διακοπή της κάνναβης  ένα μήνα πριν τη συμμετοχή στη μελέτη. Όσο περισσότερη μάλιστα κάνναβη είχε χρησιμοποιήσει το άτομο στη διάρκεια της ζωής του τόσο χαμηλότερη ήταν η λειτουργία του ιππόκαμπου, μίας εγκεφαλικής δομής κρίσιμης για τη δημιουργία αναμνήσεων.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η επίδραση της κάνναβης εμμένει ακόμα και εβδομάδες χωρίς τη χρήση της. Αυτό υποδηλώνει ότι η κάνναβη έχει παρατεταμένο αποτέλεσμα σε εγκεφαλικούς μηχανισμούς οι οποίοι μας βοηθούν να διακρίνουμε μεταξύ πραγματικών και φανταστικών γεγονότων με όλες τις δυσχέρειες που μπορεί να φέρει ένα τέτοιο γεγονός.

Μοιραστείτε!

Τι μπορεί να σημαίνει για τον εγκέφαλο οτι δεν μπορείς να σταθείς στο ένα πόδι

Κουτσό 28_4_2015 Αν ξέραμε ότι η  προσπάθεια να  κρατηθούμε όρθιοι  στο ένα πόδι για  20 δευτερόλεπτα  (ή περισσότερο) θα  μπορούσε να  βοηθήσει στη βελτίωση του εγκεφάλου;

Αυτό υποστηρίζει μία νέα μελέτη στο περιοδικό Stroke.

Ερευνητές στο πανεπιστήμιο του Kyoto στην Ιαπωνία ζήτησαν από 1400 περίπου άτομα μέσης ηλικίας 67 ετών να σταθούν στο ένα πόδι με τα μάτια ανοικτά για έως και 60 δευτερόλεπτα. Όλοι έκαναν 2 δοκιμές. Οι καλύτεροι χρόνοι χρησιμοποιήθηκαν για ανάλυση. Έπειτα έγιναν εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας.

Βρέθηκε ότι αυτοί που δυσκολεύτηκαν πολύ να ισορροπήσουν για 20 δευτερόλεπτα παρουσίαζαν παραγκεφαλιδική νόσο μικρών αγγείων (cerebrel small vessel disease, SVD), παρόλο που μπορεί να μην είχαν κλασικά συμπτώματα. Η νόσος αυτή σχετίζεται με Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, άνοια, ακόμα και Parkinson. Ανάμεσα σε αυτούς χωρίς καλή ισορροπία 15% παρουσίαζαν μία μικρή αιμορραγική εγκεφαλική βλάβη (30% είχαν δύο) και το 16% είχαν απόφραξη εγκεφαλικής αρτηρίας. Επιπρόσθετα, αυτοί με τους μικρότερους χρόνους ισορροπίας γενικά παρουσίαζαν χαμηλότερες βαθμολογίες σε νοητική απόδοση

Πως το να στέκεται κανείς στο ένα πόδι δίδει πληροφορίες για την υγεία του εγκεφάλου; Η ισορροπία επιτυγχάνεται από 3 αισθητηριακά κυκλώματα. Την όραση, την ιδιοδεκτικότητα και το λαβύρινθο στο αφτί. Αυτά τα κυκλώματα είναι σε μία λεπτή ισορροπία μεταξύ τους. Κάθε απώλεια κινητικού συγχρονισμού όπως είναι η αδυναμία να ισορροπήσει κανείς ίσως υποδήλωνε εγκεφαλική βλάβη.

Άρα, δοκιμάστε το τεστ, για να δείτε πως τα πάτε. Αν δεν μπορείτε να σπάσετε το “φράγμα”των 20 δευτερολέπτων, ίσως να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικής νόσου και γνωσιακής έκπτωσης. Ίσως να χρειαστεί περαιτέρω έλεγχος.

 

Μοιραστείτε!

Τα συνειδητά (διαυγή) όνειρα (lucid dreams)

Waterhouse-sleep_and_his_half-brother_death-1874  Τα συνειδητά όνειρα ανήκουν στις   παράξενες αντιληπτικές εμπειρίες που  μπορεί να έχει ένα άτομο. Συνιστούν μία κατάσταση κατά την οποία κανείς κοιμάται και ονειρεύεται, αλλά ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι είναι σε όνειρο. Σε αυτό το σημείο μπορεί να επιλέξει να ξυπνήσει ή μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται, με ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα. Ξέρει, ότι ο κόσμος που βιώνει είναι δημιουργημένος από τον ίδιο. Μπορεί να αλλάξει τους νόμους που διέπουν τον κόσμο του ονείρου κατά το δοκούν. Μπορεί να πετάξει, να επιβληθεί σε ανθρώπους ή καταστάσεις, να χρησιμοποιήσει υπερδυνάμεις.

 

Η πρώτη γραπτή αναφορά που αναγνωρίζει το φαινόμενο αυτό είναι το βιβλίο Les Reves et Les Moyens de Les Diriger: Observations Pratiques (1867) από τον Μαρκήσιο D’Hervey de Saint-Denys (σε ελεύθερη μετάφραση, Όνειρα και τρόποι να τα καθοδηγούμε:πρακτικές παρατηρήσεις). Ουσιαστικά αφορά τις παρατηρήσεις του Μαρκησίου στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά αποτελεί και μία ενδελεχή μελέτη του φαινομένου.

Αργότερα η ερευνήτρια Celia Green (1968) ανέλυσε τα χαρακτηριστικά τέτοιων ονείρων κάνοντας ανασκόπηση προηγούμενης βιβλιογραφίας και ενσωμάτωσε δεδομένα από τη δική της επαγγελματική εμπειρία. Κατέληξε στο ότι τα συνειδητά όνειρα είναι διακριτή κατηγορία από τα συνηθισμένα όνειρα και προέβλεψε ότι συνδέονται με το REM ύπνο. Η Green ήταν η πρώτη που συνέδεσε τα συνειδητά όνειρα με το φαινόμενο της ψευδών αφυπνίσεων.
Κάποιοι άλλοι ερευνητές, στους οποίους ανήκε και ο φιλόσοφος Norman Malcolm υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει πρόβληματισμός με την ακρίβεια αναφορών των συνειδητών ονείρων, αφού ο μόνος τρόπος επιβεβαίωσης αυτών των ονείρων είναι η αποδοχή της αναφοράς αυτού που το περιγράφει.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 όμως υπήρξαν περαιτέρω επιστημονικές ενδείξεις για την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, αφού αυτοί που ονειρεύονταν άρχισαν να επιδεικνύουν μέσω οφθαλμικών κινήσεων ότι ήταν συνειδητά σε αυτή την ονειρική κατάσταση (κουνούσαν οφθαλμούς σε προσυμφωνημένες θέσεις επιδεικνύοντας επίπεδο συνείδησης).

Ο Paul Tholey (θεωρητικός της Gestalt θεραπείας) έθεσε την επιστημολογική βάση της έρευνας στον τομέα των ονείρων αυτών και έθεσε επτά προϋποθέσεις:

  • Συνειδητότητα της ονειρικής κατάστασης (προσανατολισμός)
  • Συνειδητότητα της δυνατότητας να λαμβάνονται αποφάσεις
  • Συνειδητότητα μνημονικών λειτουργιών
  • Συνειδητότητα της ταυτότητας
  • Συνειδητότητα του περιβάλλοντος του ονείρου
  • Συνειδητότητα της σημασίας του ονείρου
  • Συνειδητότητα της συγκέντρωσης και του εστιασμού (η υποκειμενική καθαρότητα αυτής της κατάστασης)

Για να είναι ένα όνειρο συνειδητό κατά το Tholey, πρέπει να πληρεί και τις 7 προϋποθέσεις.

Έναρξη

Ένα συνειδητό όνειρο μπορεί να ξεκινήσει με διάφορους τρόπους:
Μπορεί να ξεκινήσει σαν κανονικό όνειρο, που κατά τη διάρκειά του ο ονειρευόμενος συνειδητοποιεί ότι είναι σε ονειρική κατάσταση. Μία δεύτερη κατηγορία συνειδητού ονείρου παρουσιάζει έναρξη από κατάσταση εγρήγορσης σε κατάσταση ονείρου, χωρίς φανερή απώλεια της συνείδησης. Το συνειδητό όνειρο με έναρξη από την εγρήγορση επισυμβαίνει όταν ο ονειρευόμενος βρίσκεται σε ύπνο REM με μη διακεκομένη αίσθηση συνειδητότητας κατευθείαν από κατάσταση εγρήγορσης.

Το προ-συνειδητό όνειρο

Στο προσυνειδητό όνειρο ο ονειρευόμενος διερωτάται, «Κοιμάμαι και ονειρεύομαι;» Ο άνθρωπος που ονειρεύεται μπορεί να καταλήξει σε σωστό ή και λάθος συμπερασμα όσον αφορά σε αυτή την ερώτηση. Τέτοιες εμπειρίες είναι πιθανό να συμβούν τόσο σε αυτούς που σκόπιμα προσπαθούν να εξελίξουν τέτοια όνειρα, αλλά και σε ανθρώπους που μπορεί να μην έχουν τέτοια σκοπιμότητα.

Νευροβιολογικό μοντέλο

Μία υπόθεση της ερμηνείας των συνειδητών ονείρων ξεκινά από το ίδιο το κομμάτι της αναγνώρισης του ονείρου. Η αναγνώριση μπορεί να συμβαίνει στον οπισθοπλάγιο προμετωπιαίο λοβό η οποία είναι μία από τις εγκεφαλικές περιοχές που απενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του ύπνου REM και που σχετίζεται με την μνήμη εργασίας.. Όταν αυτή η περιοχή ενεργοποιείται και συμβαίνει η αναγνώριση του ονείρου, ο ονειρευόμενος πρέπει να αφήσει το όνειρο να συνεχιστεί, αλλά και να αντιλαμβάνεται ότι αυτό που συμβαίνει είναι κατάσταση ονείρου. Ενώ διατηρείται αυτή η ευαίσθητη ισορροπία, η αμυγδαλή και ο παραιπποκάμπιος φλοιός μπορεί να παρουσιάζει μειωμένη δραστηριότητα. Για να συνεχίζεται η ένταση του ψευδαισθητικού ονείρου, αναμένουμε ενεργοποίηση της γέφυρας (pons) και της βρεγματοϊνιακής συμβολής (parietooccipital junction)

Σε μία μελέτη που διενεργήθηκε από τον LeBerge έγινε σύγκριση τεσσάρων ανθρώπων που είτε τραγουδούσαν ή μετρούσαν όταν ονειρεύονταν. Σε αυτή τη μελέτη βρέθηκε ότι το δεξί ημισφαίριο ήταν περισσότερο ενεργό κατά τη διάρκεια του τραγουδιού και το αριστερό κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης. Αυτά τα αποτελέσματα είναι αντίστοιχα με αυτά ανθρώπων που είναι σε εγρήγορση (ξύπνιοι). Αυτή η μελέτη είναι ουσιαστικά πρόδρομη στην ερώτηση που πάντα προσπαθούσε να απαντήσει ο LeBerge, δηλαδή αν υπάρχει ειδική εγκεφαλική κατάσταση για το συνειδητό όνειρο.

Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) ανέδειξαν ότι τα συνειδητά όνειρα ξεκινούν κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Αντίστοιχα, πολλές μελέτες του LeBerge δείχνουν ότι τα συνειδητά όνειρα συμβαίνουν μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι αδύνατο τα συνειδητά όνειρα να προκύτουν σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο του ύπνου. Οι μελέτες δεν δίνουν σαφή αποτελέσματα σε αυτό το θέμα.

 

Θεραπεία για τους εφιάλτες

Έχει προταθεί ότι αυτοί που πάσχουν από εφιάλτες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν ότι πραγματικά ονειρεύονται. Μία πιλοτική μελέτη η οποία διενεργήθηκε το 2006 έδειξε ότι η θεραπεία συνειδητών ονείρων ήταν επιτυχημένη στη μείωση της συχνότητας των εφιαλτών. Η θεραπεία περιελάμβανε την έκθεση στην ονειρική ιδέα, την εξέλιξη της τεχνικής ελέγχου και ασκήσεις συνειδητότητας. Στις μελέτες αυτές δεν αναδείχθηκε σαφώς ποιά στοιχεία της θεραπείας ήταν υπεύθυνα για την επιτυχία της μείωσης των εφιαλτών, παρόλο που συνολικά η θεραπεία ήταν επιτυχημένη.

Τα συνειδητά όνειρα έχουν χρησιμοποιηθεί από ψυχοθεραπευτές ως  θεραπευτικά μέσα. Οι μελέτες έδειξαν ότι με τη χρήση των ονείρων αυτών οι εφιάλτες μπορεί να αποφευχθούν. Αυτή η αποφυγή δεν είναι σαφές αν οφείλεται στην επίγνωση ότι κανείς μπορεί να ονειρεύεται ή στην ικανότητα που αποκτά ο ονειρευόμενος να μεταβάλλει το ίδιο το όνειρό του. Σε μελέτες όμως που έχουν γίνει φαίνεται ότι η συχνότητα των εφιαλτών μειώθηκε και η ποιότητα του ύπνου αυξήθηκε ελαφρά.

Αντίληψη του χρόνου

Το 1985 ο LaBerge διενήργησε μία πιλοτική μελέτη η οποία έδειξε ότι σε ένα συνειδητό όνειρο η αντίληψη του χρόνου κατά τη διάρκεια καταμέτρησης είναι αντιστοιχη με αυτή κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Οι άνθρωποι που ονειρεύονταν συνειδητά μέτρησαν χρονικό διάστημα δέκα δευτερολέπτων κατά τη διάρκεια του ονείρου σηματοδοτώντας την έναρξη και το τέλος της καταμέτρησης με προσυμφωνημένη οφθαλμική κίνηση που μετρήθηκε με ηλεκτροοφθαλμογραφία.

Συνειδητότητα και νόηση

Ενώ ο έλεγχος του ονείρου και η συνειδητότητα του ονείρου σχετίζονται, το ένα δεν προϋποθέτει το άλλο. Υπάρχουν περιπτώσεις που υπάρχει ο ένας παράγοντας χωρίς να υπάρχει ο άλλος. Σε μερικά μάλιστα όνειρα όπου ο ονειρευόμενος είχε ενσυνείδηση του όνείρου του και επίσης ήξερε πως μπορούσε να ασκήσει έλεγχο απλά επέλεγε να κρατά στο όνειρο το ρόλο του θεατή.

Το 1992, μία μελέτη του D Barrett εξέτασε αν τα συνειδητά όνειρα περιελάμβαναν τέσσερις “συνέπειες” της συνειδητότητας

  • Ο ονειρευόμενος έχει επίγνωση ότι ονειρεύεται
  • Τα αντικείμενα εξαφανίζονται μετά την αφύπνιση
  • Οι νόμοι της φυσικής δεν ισχύουν απαραίτητα στο όνειρο
  • Ο ονειρευόμενος έχει καθαρή ανάμνηση του πραγματικού κόσμου

Ο Barrett σημείωσε ότι λιγότερο από το ένα τέταρτο των περιπτώσεων περιελάμβαναν και τα τεσσερα αυτά χαρακτηριστικά.

Τα συνειδητά όνειρα δεν είναι μοντέρνα ανακάλυψη. Είναι ο δυτικός όρος για να περιγραφεί μία πρακτική ανάλογη με τη yoga nidra, ενώ με τέτοιες καταστάσεις είχε ασχοληθεί και ο Αριστοτέλης.
Για την πρόκληση και τον έλεγχο τέτοιων ονείρων έχουν αναπτυχθεί τεχνικές, οι οποίες βοηθούν σε αυτή την κατεύθυνση και οι οποίες μπορεί να συζητηθούν σε μελλοντική ανάρτηση.

Τα όνειρα αποτελούσαν πάντα ένα πέπλο μυστηρίου για τους ανθρώπους. Παλαιότερα τους απέδιδαν μυστηριακή και υπερφυσική υπόσταση, ενώ η ψυχανάλυση τα αντιμετώπισε ως την πύλη στο ανθρώπινο ασυνείδητο. Ανεξάρτητα από αυτό που πιστεύει ο καθένας, από την επιστημονική ή μεταφυσική χροια που προσδίδει στο όνειρο, τα συνειδητά όνειρα αποτελούν ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, που αξίζει να αναλυθεί περαιτέρω.

 

Πηγές και περαιτέρω βιβλιογραφία:

Αγγλικό και Ελληνικό λήμμα της wikipaedia

Μοιραστείτε!