Αρχείο συντάκτη Psychiatros

Τα συνειδητά (διαυγή) όνειρα (lucid dreams)

Waterhouse-sleep_and_his_half-brother_death-1874  Τα συνειδητά όνειρα ανήκουν στις   παράξενες αντιληπτικές εμπειρίες που  μπορεί να έχει ένα άτομο. Συνιστούν μία κατάσταση κατά την οποία κανείς κοιμάται και ονειρεύεται, αλλά ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι είναι σε όνειρο. Σε αυτό το σημείο μπορεί να επιλέξει να ξυπνήσει ή μπορεί να συνεχίσει να ονειρεύεται, με ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα. Ξέρει, ότι ο κόσμος που βιώνει είναι δημιουργημένος από τον ίδιο. Μπορεί να αλλάξει τους νόμους που διέπουν τον κόσμο του ονείρου κατά το δοκούν. Μπορεί να πετάξει, να επιβληθεί σε ανθρώπους ή καταστάσεις, να χρησιμοποιήσει υπερδυνάμεις.

 

Η πρώτη γραπτή αναφορά που αναγνωρίζει το φαινόμενο αυτό είναι το βιβλίο Les Reves et Les Moyens de Les Diriger: Observations Pratiques (1867) από τον Μαρκήσιο D’Hervey de Saint-Denys (σε ελεύθερη μετάφραση, Όνειρα και τρόποι να τα καθοδηγούμε:πρακτικές παρατηρήσεις). Ουσιαστικά αφορά τις παρατηρήσεις του Μαρκησίου στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά αποτελεί και μία ενδελεχή μελέτη του φαινομένου.

Αργότερα η ερευνήτρια Celia Green (1968) ανέλυσε τα χαρακτηριστικά τέτοιων ονείρων κάνοντας ανασκόπηση προηγούμενης βιβλιογραφίας και ενσωμάτωσε δεδομένα από τη δική της επαγγελματική εμπειρία. Κατέληξε στο ότι τα συνειδητά όνειρα είναι διακριτή κατηγορία από τα συνηθισμένα όνειρα και προέβλεψε ότι συνδέονται με το REM ύπνο. Η Green ήταν η πρώτη που συνέδεσε τα συνειδητά όνειρα με το φαινόμενο της ψευδών αφυπνίσεων.
Κάποιοι άλλοι ερευνητές, στους οποίους ανήκε και ο φιλόσοφος Norman Malcolm υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει πρόβληματισμός με την ακρίβεια αναφορών των συνειδητών ονείρων, αφού ο μόνος τρόπος επιβεβαίωσης αυτών των ονείρων είναι η αποδοχή της αναφοράς αυτού που το περιγράφει.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 όμως υπήρξαν περαιτέρω επιστημονικές ενδείξεις για την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, αφού αυτοί που ονειρεύονταν άρχισαν να επιδεικνύουν μέσω οφθαλμικών κινήσεων ότι ήταν συνειδητά σε αυτή την ονειρική κατάσταση (κουνούσαν οφθαλμούς σε προσυμφωνημένες θέσεις επιδεικνύοντας επίπεδο συνείδησης).

Ο Paul Tholey (θεωρητικός της Gestalt θεραπείας) έθεσε την επιστημολογική βάση της έρευνας στον τομέα των ονείρων αυτών και έθεσε επτά προϋποθέσεις:

  • Συνειδητότητα της ονειρικής κατάστασης (προσανατολισμός)
  • Συνειδητότητα της δυνατότητας να λαμβάνονται αποφάσεις
  • Συνειδητότητα μνημονικών λειτουργιών
  • Συνειδητότητα της ταυτότητας
  • Συνειδητότητα του περιβάλλοντος του ονείρου
  • Συνειδητότητα της σημασίας του ονείρου
  • Συνειδητότητα της συγκέντρωσης και του εστιασμού (η υποκειμενική καθαρότητα αυτής της κατάστασης)

Για να είναι ένα όνειρο συνειδητό κατά το Tholey, πρέπει να πληρεί και τις 7 προϋποθέσεις.

Έναρξη

Ένα συνειδητό όνειρο μπορεί να ξεκινήσει με διάφορους τρόπους:
Μπορεί να ξεκινήσει σαν κανονικό όνειρο, που κατά τη διάρκειά του ο ονειρευόμενος συνειδητοποιεί ότι είναι σε ονειρική κατάσταση. Μία δεύτερη κατηγορία συνειδητού ονείρου παρουσιάζει έναρξη από κατάσταση εγρήγορσης σε κατάσταση ονείρου, χωρίς φανερή απώλεια της συνείδησης. Το συνειδητό όνειρο με έναρξη από την εγρήγορση επισυμβαίνει όταν ο ονειρευόμενος βρίσκεται σε ύπνο REM με μη διακεκομένη αίσθηση συνειδητότητας κατευθείαν από κατάσταση εγρήγορσης.

Το προ-συνειδητό όνειρο

Στο προσυνειδητό όνειρο ο ονειρευόμενος διερωτάται, «Κοιμάμαι και ονειρεύομαι;» Ο άνθρωπος που ονειρεύεται μπορεί να καταλήξει σε σωστό ή και λάθος συμπερασμα όσον αφορά σε αυτή την ερώτηση. Τέτοιες εμπειρίες είναι πιθανό να συμβούν τόσο σε αυτούς που σκόπιμα προσπαθούν να εξελίξουν τέτοια όνειρα, αλλά και σε ανθρώπους που μπορεί να μην έχουν τέτοια σκοπιμότητα.

Νευροβιολογικό μοντέλο

Μία υπόθεση της ερμηνείας των συνειδητών ονείρων ξεκινά από το ίδιο το κομμάτι της αναγνώρισης του ονείρου. Η αναγνώριση μπορεί να συμβαίνει στον οπισθοπλάγιο προμετωπιαίο λοβό η οποία είναι μία από τις εγκεφαλικές περιοχές που απενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του ύπνου REM και που σχετίζεται με την μνήμη εργασίας.. Όταν αυτή η περιοχή ενεργοποιείται και συμβαίνει η αναγνώριση του ονείρου, ο ονειρευόμενος πρέπει να αφήσει το όνειρο να συνεχιστεί, αλλά και να αντιλαμβάνεται ότι αυτό που συμβαίνει είναι κατάσταση ονείρου. Ενώ διατηρείται αυτή η ευαίσθητη ισορροπία, η αμυγδαλή και ο παραιπποκάμπιος φλοιός μπορεί να παρουσιάζει μειωμένη δραστηριότητα. Για να συνεχίζεται η ένταση του ψευδαισθητικού ονείρου, αναμένουμε ενεργοποίηση της γέφυρας (pons) και της βρεγματοϊνιακής συμβολής (parietooccipital junction)

Σε μία μελέτη που διενεργήθηκε από τον LeBerge έγινε σύγκριση τεσσάρων ανθρώπων που είτε τραγουδούσαν ή μετρούσαν όταν ονειρεύονταν. Σε αυτή τη μελέτη βρέθηκε ότι το δεξί ημισφαίριο ήταν περισσότερο ενεργό κατά τη διάρκεια του τραγουδιού και το αριστερό κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης. Αυτά τα αποτελέσματα είναι αντίστοιχα με αυτά ανθρώπων που είναι σε εγρήγορση (ξύπνιοι). Αυτή η μελέτη είναι ουσιαστικά πρόδρομη στην ερώτηση που πάντα προσπαθούσε να απαντήσει ο LeBerge, δηλαδή αν υπάρχει ειδική εγκεφαλική κατάσταση για το συνειδητό όνειρο.

Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες (ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) ανέδειξαν ότι τα συνειδητά όνειρα ξεκινούν κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Αντίστοιχα, πολλές μελέτες του LeBerge δείχνουν ότι τα συνειδητά όνειρα συμβαίνουν μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Παρόλα αυτά όμως δεν είναι αδύνατο τα συνειδητά όνειρα να προκύτουν σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο του ύπνου. Οι μελέτες δεν δίνουν σαφή αποτελέσματα σε αυτό το θέμα.

 

Θεραπεία για τους εφιάλτες

Έχει προταθεί ότι αυτοί που πάσχουν από εφιάλτες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν ότι πραγματικά ονειρεύονται. Μία πιλοτική μελέτη η οποία διενεργήθηκε το 2006 έδειξε ότι η θεραπεία συνειδητών ονείρων ήταν επιτυχημένη στη μείωση της συχνότητας των εφιαλτών. Η θεραπεία περιελάμβανε την έκθεση στην ονειρική ιδέα, την εξέλιξη της τεχνικής ελέγχου και ασκήσεις συνειδητότητας. Στις μελέτες αυτές δεν αναδείχθηκε σαφώς ποιά στοιχεία της θεραπείας ήταν υπεύθυνα για την επιτυχία της μείωσης των εφιαλτών, παρόλο που συνολικά η θεραπεία ήταν επιτυχημένη.

Τα συνειδητά όνειρα έχουν χρησιμοποιηθεί από ψυχοθεραπευτές ως  θεραπευτικά μέσα. Οι μελέτες έδειξαν ότι με τη χρήση των ονείρων αυτών οι εφιάλτες μπορεί να αποφευχθούν. Αυτή η αποφυγή δεν είναι σαφές αν οφείλεται στην επίγνωση ότι κανείς μπορεί να ονειρεύεται ή στην ικανότητα που αποκτά ο ονειρευόμενος να μεταβάλλει το ίδιο το όνειρό του. Σε μελέτες όμως που έχουν γίνει φαίνεται ότι η συχνότητα των εφιαλτών μειώθηκε και η ποιότητα του ύπνου αυξήθηκε ελαφρά.

Αντίληψη του χρόνου

Το 1985 ο LaBerge διενήργησε μία πιλοτική μελέτη η οποία έδειξε ότι σε ένα συνειδητό όνειρο η αντίληψη του χρόνου κατά τη διάρκεια καταμέτρησης είναι αντιστοιχη με αυτή κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Οι άνθρωποι που ονειρεύονταν συνειδητά μέτρησαν χρονικό διάστημα δέκα δευτερολέπτων κατά τη διάρκεια του ονείρου σηματοδοτώντας την έναρξη και το τέλος της καταμέτρησης με προσυμφωνημένη οφθαλμική κίνηση που μετρήθηκε με ηλεκτροοφθαλμογραφία.

Συνειδητότητα και νόηση

Ενώ ο έλεγχος του ονείρου και η συνειδητότητα του ονείρου σχετίζονται, το ένα δεν προϋποθέτει το άλλο. Υπάρχουν περιπτώσεις που υπάρχει ο ένας παράγοντας χωρίς να υπάρχει ο άλλος. Σε μερικά μάλιστα όνειρα όπου ο ονειρευόμενος είχε ενσυνείδηση του όνείρου του και επίσης ήξερε πως μπορούσε να ασκήσει έλεγχο απλά επέλεγε να κρατά στο όνειρο το ρόλο του θεατή.

Το 1992, μία μελέτη του D Barrett εξέτασε αν τα συνειδητά όνειρα περιελάμβαναν τέσσερις “συνέπειες” της συνειδητότητας

  • Ο ονειρευόμενος έχει επίγνωση ότι ονειρεύεται
  • Τα αντικείμενα εξαφανίζονται μετά την αφύπνιση
  • Οι νόμοι της φυσικής δεν ισχύουν απαραίτητα στο όνειρο
  • Ο ονειρευόμενος έχει καθαρή ανάμνηση του πραγματικού κόσμου

Ο Barrett σημείωσε ότι λιγότερο από το ένα τέταρτο των περιπτώσεων περιελάμβαναν και τα τεσσερα αυτά χαρακτηριστικά.

Τα συνειδητά όνειρα δεν είναι μοντέρνα ανακάλυψη. Είναι ο δυτικός όρος για να περιγραφεί μία πρακτική ανάλογη με τη yoga nidra, ενώ με τέτοιες καταστάσεις είχε ασχοληθεί και ο Αριστοτέλης.
Για την πρόκληση και τον έλεγχο τέτοιων ονείρων έχουν αναπτυχθεί τεχνικές, οι οποίες βοηθούν σε αυτή την κατεύθυνση και οι οποίες μπορεί να συζητηθούν σε μελλοντική ανάρτηση.

Τα όνειρα αποτελούσαν πάντα ένα πέπλο μυστηρίου για τους ανθρώπους. Παλαιότερα τους απέδιδαν μυστηριακή και υπερφυσική υπόσταση, ενώ η ψυχανάλυση τα αντιμετώπισε ως την πύλη στο ανθρώπινο ασυνείδητο. Ανεξάρτητα από αυτό που πιστεύει ο καθένας, από την επιστημονική ή μεταφυσική χροια που προσδίδει στο όνειρο, τα συνειδητά όνειρα αποτελούν ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, που αξίζει να αναλυθεί περαιτέρω.

 

Πηγές και περαιτέρω βιβλιογραφία:

Αγγλικό και Ελληνικό λήμμα της wikipaedia

Μοιραστείτε!

Ακουνε φωνες οι κωφοι;

pilon_laurence-synesthesia_computer_sketches01 Το 1990, ένας γνωστός στο κοινό Νευρολόγος, ο Oliver Sachs,  μέσω του βιβλίου του βλέποντας τις φωνές (“Seing Voices”)  πραγματοποιεί ένα ταξίδι στον κόσμο των κωφών και του τρόπου  που αναπτύσσουν επικοινωνία, αναδεικνύοντας την ομορφιά και  την εκφραστικότητα μίας εναλλακτικής γλώσσας, της  νοηματικής. Στον πληθυσμό αυτόν όμως, υπάρχει και ένα  μικρότερο κομμάτι, αυτό των ανθρώπων που είναι κωφοί, αλλά  ταυτόχρονα παρουσιάζουν ψύχωση. Σε αυτούς, η απώλεια της ακοής συνοδεύεται και από μία άλλη δεύτερη και τραγικότερη ίσως απώλεια. Την απώλεια της πραγματικότητας, τουλάχιστον με τον τρόπο που τη βιώνουν οι περισσότεροι. Στη δική τους πραγματικότητα, ένας άνδρας βιώνει μία φωνή στο μυαλό του “σαν φάντασμα¨. Μία γυναίκα ακούει “φωνές να της μιλούν” μέσα από την κοιλιά της. Μία άλλη γυναίκα ακούει την αδερφή της να της μιλά τα βράδια όταν είναι στο κρεβάτι της “σαν να ακούει εκπομπή από το ραδιόφωνο”.

Αυτοί οι τρεις άνθρωποι είναι κωφοί. Αυτοί μαζί με το 50% περίπου όλων των κωφών με σχιζοφρένεια “ακούνε φωνές”. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μία εμπειρία τόσο παράξενη και ανησυχητική. Έρευνες τον τελευταίο καιρό έχουν αρχίσει να ασχολούνται με αυτό το “οξύμωρο” ψυχολογικό φαινόμενο και μπορεί να μεταβάλλουν τον τρόπο που κατανοούμε τις ακουστικές ψευδαιθήσεις και στους ανθρώπους που έχουν την ακοή τους.

Αν κάνει κανείς  μία μικρή ανασκόπηση για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις στους κωφούς θα βρει αρκετές αναφορές περιστατικών και μελετών που υποστηρίζουν την ύπαρξή τους. Παρόλα αυτά, υπάρχει μικρή συμφωνία στα συστατικά τα οποία συνθέτουν ένα τέτοιο φαινόμενο. Έτσι, ενώ πολλοί υποστηρίζουν την ιδέα ότι οι κωφοί μπορούν να έχουν ακουστικές ψευδαισθήσεις υπάρχουν και ερευνητές που δεν έχουν πειστεί.

Μία εξ αυτών, η Joanna Atkinson είναι ερευνήτρια και κλινική ψυχολόγος που εργάζεται στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Είναι επίσης κωφή. Η ιδέα ότι άτομα με κώφωση μπορούν στην πραγματικότητα να βιώνουν ακουστικές ψευδαισθήσεις ερχόταν σε σύγκρουση με την κλινική της εμπειρία. Όποτε η ίδια έθετε την ερώτηση για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις σε κάποιο κωφό λάμβανε την ίδια απάντηση:”Όχι, φυσικά δεν ακούω. Είμαι κωφός”.

Παρόλα αυτά όταν τα ίδια άτομα αξιολογούνταν από Ψυχιάτρους με τη βοήθεια μεταφραστή, περιέγραφαν τις εμπειρίες τους με ορολογία που σχετίζεται με την ακοή-δυνατά, χαμηλόφωνα, σιωπηλά-το οποίο υπονοούσε ότι στην πραγματικότητα άκουγαν ήχο. Τι μπορεί να βίωναν;

Η Joanna Atkinson πίστευε ότι κάτι χανόταν στην μετάφραση. Μέσα από τη δική της εμπειρία της κώφωσης συνειδητοποίησε ότι οι εξεταζόμενοι “δανείζονταν” στον τρόπο που εκφράζονταν κάτι από τη γλώσσα των “ακουόντων” και την ορολογία του Ψυχιατρικού πεδίου και ότι αυτό στην πραγματικότητα δεν σηματοδοτούσε ότι πραγματικά μπορούσαν να “ακούσουν ήχους”.  Λεπτές διαφορές σαν αυτές είναι που κάνουν την έρευνα του πεδίου αυτού πραγματική πρόκληση: για ένα κωφό άτομο, κάποιος φωνάζει όταν χειρονομεί επιθετικά και έντονα, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να δημιουργεί οποιοδήποτε ήχο. Η ενδογενής λοιπόν πρόκληση στην επεξήγηση των σύνθετων ψευδαισθήσεων και αισθήσεων επηρεάζεται από την ανάγκη της μετάφρασης μεταξύ διαφορετικών πλαισίων αναφοράς.

Η Atkinson και οι συνάδελφοί της χρησιμοποίησαν για τη μελέτη τους 27 κωφούς εθελοντές όλους με τη διάγνωση της σχιζοφρένειας και με ιστορικό ακουστικών ψευδαισθήσεων. Τους έδειξαν μία αλληλουχία καρτών με κάθε κάρτα να περιγράφει κάποιο πιθανό χαρακτηριστικό της ακουστικής τους ψευδαίσθησης καλύπτοντας το ευρύτερο δυνατό φάσμα πιθανών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. το “φωνή που ακούγεται σαν ψίθυρος” ή το “φωνή που βγαίνει από τη μύτη” μεταξύ άλλων. Οι συμμετέχοντες λάμβαναν υπόψιν κάθε πρόταση και ξεχώριζαν τις κάρτες σε δύο σειρές ανάλογα με το αν είχαν τις εμπειρίες που περιγράφονταν ή όχι.

Οι ερευνητές έλαβαν μία ευρεία γκάμα απαντήσεων οι οποίες παρουσίαζαν σημαντική συσχέτιση με την προσωπική εμπειρία του κάθε ατόμου και το βαθμό της απώλειας ακοής του. Στην έρευνα αυτή σημειώθηκε ότι τα άτομα τα οποία είχαν κωφότητα από τη γέννησή τους δεν βίωναν πραγματικές ακουστικές ψευδαισθήσεις. Για αυτή την ομάδα το ψευδαισθητικό βίωμα ερχόταν μέσω της όρασης:οπτικές ψευδαισθήσεις κινούμενων χειλιών ή χέρια και άνω άκρα που δεν συνδέονταν με κορμούς σωμάτων και έκαναν κινήσεις νοηματικής γλώσσας.

Η δεύτερη ομάδα περιελάμβανε άτομα που είχαν κάποιου βαθμού ακοή ή είχαν χάσει την ακοή τους αργότερα στη ζωή. Αυτοί βίωναν ακουστικές ψευδαισθήσεις από μουρμουρίσματα και ψιθύρους ή ενίοτε την ασαφή αίσθηση ότι ίσως άκουγαν κάτι το οποίο έβρισκαν δύσκολο να καταλάβουν ή να περιγράψουν. Η έρευνα περιελάμβανε και ένα δίγλωσσο συμμετέχοντα. Μία μερικώς κωφή γυναίκα η οποία ήταν και γνώστης της νοηματικής εγγενώς. Αυτή η γυναίκα παρουσίαζε ψευδαισθήσεις και των δύο ειδών. Έβλεπε ένα δίγλωσσο διάβολο που μερικές φορές μιλούσε σ’αυτήν και κάποιες άλλες επικοινωνούσε μέσω της νοηματικής.

Μία τρίτη, ενδιαφέρουσα ομάδα αποτελούνταν από αυτούς που είχαν φτάσει στην ενηλικίωση χωρίς να έχουν διδαχθεί οργανωμένα γλώσσα (δηλαδή δεν έμαθαν νοηματική από μικρή ηλικία). Αυτά τα άτομα μπορεί να έμαθαν εντέλει τη νοηματική αργότερα στη ζωή, αλλά με μεγάλη δυσκολία έχοντας περάσει την κρίσιμη ηλικία κατάκτησης της γλώσσας. Για αυτούς οι ψευδαισθήσεις ήταν πιο ασαφείς. Οι ίδιοι ένοιωθαν σαν άτομα του περιβάλλοντος να τους έχουν βάλει στο στόχαστρο, να τους κριτικάρουν, να έχουν επιθετικές εκφράσεις προσώπου. Ταυτόχρονα υπήρχε σαφής έλλειψη καθαρού λεκτικού περιεχομένου.

Εκτός από το ότι υπήρχε αναλογία με το επίπεδο της γλωσσικής εμπειρίας του κάθε ατόμου, οι ερευνητές βρήκαν πως ο τύπος του ψευδαισθητικού βιώματος επίσης σχετιζόταν με την προσωπικότητα του ατόμου. Αν το άτομο πίστευε ότι η φωνή ανήκε στην μητέρα του η οποία πάντα επικοινωνούσε μέσω του λόγου, τότε η σχηματοποίηση της ψευδαίσθησης αφορούσε το στόμα της. Αν κάποια άλλη στιγμή υπήρχε ψευδαίσθηση κάποιου κωφού φίλου τότε θα οπτικοποιούνταν τα χέρια τους που μιλούσαν τη νοηματική.

Αυτή η έρευνα δίνει την πιο ακριβή αναφορά για την σύσταση των ακουστικών ψευδαισθήσεων , αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα. Όλη η έρευνα έως τώρα έχει διεξαχθεί στο πλαίσιο της Ψυχοπαθολογίας. Δεν είναι γνωστό το κατά πόσο οι ακουστικές ψευδαισθήσεις συμβαίνουν και σε κωφούς οι οποίοι είναι ψυχικά υγιείς, όπως συμβαίνουν και σε αυτούς που έχουν την ακοή τους.Οι άνθρωποι που ακούνε μπορεί να βιώνουν ακουστικές ψευδαισθήσεις μέσω οπτικών αναπαραστάσεων, όπως και μέσω ήχου.

Αυτά είναι τα δεδομένα των διαταραχών των αισθήσεων σε άτομα με διαταραχές. Τι γίνεται όμως με τους “υγιείς”; Εδώ προκύπτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο: και σε υγιή άτομα σε καταστάσεις αισθητηριακής αποστέρησης ο εγκέφαλος τείνει να παράγει ψευδαισθήσεις. Τέτοια παραδείγματα εμπειριών είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες, από πειράματα τα οποία έχουν γίνει.
anechoic-chamber with person in it Ενδιαφέρον έχουν και οι σύγχρονες αναφορές αυτών  που έχουν περάσει κάποιο χρονικό διάστημα μόνοι  στο ανηχοϊκό (anechoic) δωμάτιο στο εργαστήριο  Orfield στη Μινεάπολη της Μινεσσότα. Αυτό είναι ένα  δωμάτιο τόσο ηχομονωμένο, που επίσημα θεωρείται  το πιο ήσυχο μέρος στη Γη. Πρόκειται για ένα  δωμάτιο το οποιο λόγω της κατασκευής του  απορροφά τον ήχο σε ποσοστό 99,99% με επίπεδο  έντασης ήχου -9,4 dBA. Κάθε ήχος κάτω από τα 0  dBA δεν είναι ακουστός από το ανθρώπινο αυτί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον λοιπόν τα πράγματα είναι τόσο ήσυχα που οι άνθρωποι μετά από ένα χρονικό διάστημα παρουσιάζουν ψευδαισθήσεις.

Όταν υπάρχει ησυχία, αρχικά τα αυτιά αρχίζουν να προσαρμόζονται. Όσο πιο ήσυχο είναι το δωμάτιο τόσο περισσότερα πράγματα ακούει κανείς. Στην αρχή το χτύπο της καρδιάς, μερικές φορές τους πνεύμονες, τους στομαχικούς ήχους.

Σε αυτό το δωμάτιο ο άνθρωπος γίνεται ο ήχος.

Το γεγονός ότι η έλλειψη ήχου έχει ως αποτέλεσμα να καταρρέουν ψυχολογικά οι άνθρωποι δείχνει το βαθμό στον οποίο εξαρτόμαστε ως αισθητηριακά όντα στα συνεχή ερεθίσματα του περιβάλλοντός μας. Όταν το περιβάλλον σιωπεί, το μυαλό προσπαθεί να κατανοήσει το τι συμβαίνει ή το που βρίσκεται. Αυτό σημαίνει ότι σε ένα τέτοιο δωμάτιο αν κανείς μείνει για πάνω από μισή ώρα, πρέπει να κάθεται σε καρέκλα. Το μακρύτερο χρονικό διάστημα που έχει καταφέρει κάποιος να είναι σε αυτό το δωμάτιο είναι 45 λεπτά.

Εξάλλου, είναι τεκμηριωμένο ότι σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας με αμφοτερόπλευρη απώλεια ακοής προκύπτουν μη ψυχωτικές ακουστικές ή μουσικές ψευδαισθήσεις. Πολλές φορές περιλαμβάνουν φωνές, ύμνους, σταθερούς μουσικούς τόνους, λέξεις από τραγούδια τα οποία ήταν γνωστά, μουσική από όργανα. Το ερώτημα που τίθεται με βάση τα παραπάνω είναι αν αυτά τα βιώματα μπορούν να χαρακτηριστούν ως ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. Οι παραισθήσεις σύμφωνα με τον ορισμό τους είναι αλλοιώσεις των αισθητηριακών βιωμάτων. Οι ψευδαισθήσεις είναι αντιλήψεις αισθητηριακών βιωμάτων χωρίς να υπάρχει καθόλου ερέθισμα. Το σήμα που δημιουργείται στο ακουστικό σύστημα σε κωφούς προέρχεται από το ίδιο το αυτί, γι’αυτό και θεωρείται ψευδαισθητικό φαινόμενο.

Έτσι μπορεί να τεθεί το ερώτημα στο πεδίο της Ψυχιατρικής:Είναι οι σύγχρονες ιδέες όσον αφορά στις ακουστικές ψευδαισθήσεις πολύ περιορισμένες; Κατά την παρούσα, στην Ψυχιατρική κλινική συνέντευξη η εστίαση είναι στα ακουστικά συστατικά του βιώματος των φωνών και μπορεί με αυτό τον τρόπο να παραγνωρίζονται οι ποικίλες οπτικές η λοιπές ψευδαισθήσεις που είτε συνοδεύουν ή αντικαθιστούν αυτό που ακούγεται. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία ανολοκλήρωτη εικόνα των συμπτωμάτων των ασθενών. Στην χειρότερη περίπτωση ο ασθενής αισθάνεται ότι οι εμπειρίες του δεν είναι κατανοητές ή δεν λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψιν.

Χρειάζεται να διανύσουμε πολύ ακόμα δρόμο για να κατανοήσουμε ευρύτερα τέτοια φαινόμενα και να προσπαθήσουμε να τα εντάξουμε στη ζωή των ανθρώπων που τα βιώνουν, προσπαθώντας εμείς με τη σειρά μας να τους βοηθήσουμε να ενταχθούν με τη σειρά τους καλύτερα στο περιβάλλον τους και να ανακουφιστούν από τις δυσκολίες τους.-

 

Atkinson, J.R., Gleeson, K., Cromwell, J. O’Rourke, S. (2007). Exploring the Perceptual Characteristics of Voice-Hallucinations in Deaf People. Cognitive Neuropsychiatry, 12(4), 339-361. (click here to download the pdf version)

http://www.smartplanet.com/blog/thinking-tech/quietest-place-on-earth-causes-hallucinations/

http://www.consultant360.com/articles/nonpsychotic-auditory-musical-hallucinations-elderly-persons-progressive-deafness

Μοιραστείτε!

Θεραπεία της ανθεκτικής κατάθλιψης με το «προφανές». Το αέριο του γέλιου!

LaughingGas Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι κανείς δεν σκέφτηκε σε μία διαταραχή όπου το βασικό    σύμπτωμα είναι η στεναχώρια να χρησιμοποιήσει ένα παράγοντα που φέρνει ευφορία και κάνει  τους ανθρώπους να γελούν (το «αέριο του γέλιου»-υποξείδιο του αζώτου). Αυτή ήταν η γνώμη  των ερευνητών της ομάδας που πραγματοποίησε μία πιλοτική μελέτη σε ασθενείς με ανθεκτική  κατάθλιψη.

Η ομάδα, από το Πανεπιστήμιο του St. Louis, αναφέρει τα αποτελέσματα της έρευνάς της σε  ανθρώπους με βαριά, ανθεκτική στη θεραπεία κατάθλιψη στο περιοδικό της Βιολογικής  Ψυχιατρικής (Journal of Biological Psychiatry).
Η έρευνα συμπεριέλαβε 20 ασθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν σε συνηθισμένους  παράγοντες θεραπείας. Είχε τυχαιοποιημένο ελεγχόμενο με εικονικό φάρμακο και crossover  σχεδιασμό όπου οι ασθενείς έλαβαν δύο θεραπείες: μία με τη δραστική ουσία (υποξείδιο του  αζώτου, Ν2Ο) και μία με εικονική δραστική ουσία (placebo), σε διαφορετικά χρονικά  διαστήματα.

Το δραστικό φάρμακο ήταν ένα μείγμα 50% οξυγόνου και 50% υποξειδίου του αζώτου (το ίδιο  μείγμα που χρησιμοποιούν οι οδοντίατροι ως κατασταλτικό). Το εικονικό φάρμακο ήτνα ένα μείγμα οξυγόνου και αζώτου (σαν τον αέρα που αναπνέουμε).
Η βαρύτητα των συμπτωμάτων αξιολογήθηκε μετά από μικρό διάστημα από τη χορήγηση της θεραπείας και την επόμενη ημέρα. Πραγματοποιήθηκε έλεγχος παραγόντων –κριτηρίων κατάθλιψης (μειωμένη διάθεση, αισθήματα ενοχής, αυτοκτονικός ιδεασμός, άγχος και διαταραχές του ύπνου).

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα δύο τρίτα των ασθενών (20 στον αριθμό-μικρός αριθμός αλλά και πιλοτική μελέτη) παρουσίασαν βελτίωση των συμπτωμάτων τους μετά από τη λήψη του υποξειδίου του αζώτου. Αντίθετα, μόνο το ένα τρίτο των ασθενών σε εικονικό φάρμακο δήλωσαν βελτίωση. Κανείς από τους ασθενείς σε υποξείδιο δεν παρουσίασε επιδείνωση της αρχικής του κατάστασης με τη θεραπεία του υποξείδιου του αζώτου. Προφανώς η αξιολόγηση των ασθενών εντός ενός 24ώρου δεν είναι επαρκής, μπορεί όμως να αποτελεί απαρχή ανάγκης περαιτέρω αξιολόγησης. Εξάλλου, το αέριο του γέλιου έχει λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες-κυρίως αναφέρονται η ναυτία και ο έμετος- και ταχεία αποβολή από το σώμα. Η ταχεία αποβολή ίσως και να είναι ο λόγος για τον οποίο αξίζει να ερευνηθεί περισσότερο αυτός ο παράγοντας, αφού η βελτίωση των συμπτωμάτων 24 ώρες μετά από τη χορήγηση δεν μπορεί να οφείλεται μόνο στην άμεση δράση του υποξειδίου.

Μερικοί μάλιστα ασθενείς-χωρίς να γίνει επίσημη καταγραφή είναι αλήθεια- ανέφεραν ότι αισθάνονταν καλύτερα ακόμα και μία εβδομάδα αργότερα.

Από τη μελέτη φαίνεται μάλιστα ότι οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ένοιωσαν γρήγορα καλύτερα, σε διάστημα μόνο δύο ωρών από τη λήψη του φαρμάκου. Αν τα ευρήματα αναπαραχθούν σε μεγαλύτερες έρευνες, τότε είναι σαφής η αξία του να υπάρχει ένας παράγοντας που να ανακουφίζει τα συμπτώματα τόσο γρήγορα σε ανθρώπους που μπορεί να παρουσιάζουν αυτοκτονικότητα και που οι 4-14 ημέρες που χρειάζονται για να επιδράσει η αντικαταθλιπτική θεραπεία μπορεί να αποτελούν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πληροφορίες για το άρθρο:

http://www.biologicalpsychiatryjournal.com/article/S0006-3223(14)00910-X/abstract

Μοιραστείτε!

Οι πέντε διαστάσεις της προσωπικότητας

πολλαπλή προσωπικότηταΣτην Ψυχολογία, οι 5 διαστάσεις της προσωπικότητας είναι 5 βασικοί πυλώνες ή χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την ανθρώπινη προσωπικότητα. Η θεωρία που βασίζεται σε αυτές τις πέντε διαστάσεις ονομάζεται το μοντέλο των 5 παραγόντων (5 factor model, FFM).

Κατά το παρελθόν ερευνητές έχουν προτείνει διάφορα μοντέλα πιθανών χαρακτηριστικών που συνιστούν την προσωπικότητα με τον Gordon Allport να προτείνει ένα κατάλογο 4.000 χαρακτηριστικών, τον Raymond Cattell 16 και τον Hans Eysenck τελικά 5.

Οι πέντε διαστάσεις σύμφωνα με αυτό το μοντέλο είναι:

1) Η ανοικτή αντίληψη
2) Η συνειδητότητα
3) Η εξωστρέφεια
4) Η συγκαταβατικότητα
5) Ο νευρωτισμός

Κάτω από τη σκέπη κάθε διάστασης υπάρχει ένα πλέγμα σχετικών και πιο ειδικών παραγόντων. Για παράδειγμα η εξωστρέφεια περιλαμβάνει σχετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά όπως είναι η κοινωνικότητα, η αυτοπεποίθηση, η αναζήτηση της περιπέτειας, η ζεστασιά, η δραστηριότητα και τα θετικά συναισθήματα.
Η έρευνα έχει δείξει ότι τα πέντε βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας προκύπτουν  από την επεξεργασία συνεντεύξεων, αυτοαναφορών και παρατηρήσεων. Φαίνεται επίσης προς ισχύουν για ανθρώπους από διαφορετικές κουλτούρες και ηλικίες.

 

Οι πέντε διαστάσεις

Ανοικτή αντίληψη: (εφευρετικότητα/διερευνητικότητα εναντίον μονιμότητας/επιφυλακτικότητας). Εκτίμηση για την τέχνη, το συναίσθημα, την περιπέτεια, πρωτότυπες ιδέες του ατόμου, περιέργεια και ποικιλία εμπειριών. Η ανοικτή αντίληψη αντανακλά το βαθμό της διανοητικής περιέργειας, της δημιουργικότητας, της προτίμησης της καινοτομίας και της ποικιλίας στη ζωή που έχει ένα άτομο. Περιγράφει επίσης το βαθμό στον οποίο είναι ανεξάρτητο και ευφάνταστο και αποτυπώνει την προσωπική προτίμηση για ποικιλία σε σχέση με την αυστηρή ρουτίνα. Υπάρχει μερική διαφωνία για την ερμηνεία του παράγοντα της ανοικτής αντίληψης ο οποίος ορισμένες φορές ονομάζεται διάνοια (Intellect).

Συνειδητότητα: (αποτελεσματικότητα/οργάνωση εναντίον άνεσης/απροσεξίας). Η τάση του ατόμου να είναι οργανωμένο και αξιόπιστο, να δείχνει αυτοπειθαρχία, να δρα με βάση το καθήκον να προσπαθεί να επιτυγχάνει και να προσπαθεί για προγραμματισμένες αντί παρορμητικές συμπεριφορές.

Εξωστρέφεια: (κινητικότητα/ενεργητικότητα εναντίον μοναξιάς/επιφυλακτικότητας). Ενεργητικότητα, θετικά συναισθήματα, αυτοπεποίθηση, κοινωνικότητα και η τάση αναζήτησης ερεθισμάτων μέσω της συνεύρεσης με άλλους, ομιλητικότητα.

Συγκαταβατικότητα: (φιλικότητα/συμπονετικότητα εναντίον αναλυτικότητας/ απομόνωσης). Τάση προς την συμπόνοια και συνεργατικότητα αντί την καχυποψία και τον ανταγωνισμό απέναντι στους άλλους. Ο βαθμός της συγκαταβατικότητας του ατόμου είναι επίσης μέτρο εμπιστοσύνης και τάσης να βοηθά τους άλλους και να είναι καλόβουλο.

Νευρωτισμός: (ευαισθησία/νευρικότητα εναντίον ασφάλειας/αυτοπεποίθησης). Τάση βίωσης δυσάρεστων συναισθημάτων όπως είναι ο φόβος, το άγχος, η κατάθλιψη και η ευαλωτότητα. Ο νευρωτισμός επίσης αναφέρεται στο βαθμό της συναισθηματικής σταθερότητας και στον έλεγχο των παρορμήσεων. Αναφέρεται επίσης και ως συναισθηματική σταθερότητα.

Το μοντέλο  των 5 παραγόντων έχει οριστεί και επιβεβαιωθεί από διαφορετικές ερευνητικές ομάδες. Η μελέτη ξεκίνησε από γνωστά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας στα οποία έγινε παραγοντική ανάλυση εκατοντάδων μετρήσεων (σε ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς, βαθμολογήσεις από κλίμακες και μετρήσεις ερευνητικών δεδομένων) με σκοπό την ανεύρεση των υποκείμενων παραγόντων της προσωπικότητας.
Το αρχικό μοντέλο εξελίχθηκε από τους Ernest Tupes και Raymond Christal το 1961, αλλά δεν έγινε αποδεκτό από τους ακαδημαϊκούς κύκλους έως και τη δεκαετία του 1980. Το 1990, o J.M. Digman εξέλιξε το μοντέλο, το οποίο οργάνωσε περαιτέρω ο Lewis Goldberg.

Οι πέντε πρωταρχικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν έχουν βρεθεί να εμπεριέχουν τα περισσότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν τη βασική δομή πίσω από όλα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, δημιουργώντας ένα πλούσιο εννοιολογικό δίκτυο για την ενοποίηση των ερευνητικών ευρημάτων και του θεωρητικού υπόβαθρου στην ψυχολογία της προσωπικότητας.

Κάθε μία από τις πέντε βασικές διαστάσεις περιλαμβάνει δύο διακριτές, αλλά σχετιζόμενες πτυχές που αντανακλούν ένα επίπεδο της προσωπικότητας που προηγείται των προηγούμενων διαστάσεων, αλλά ταυτόχρονα υπερτίθεται των επιμέρους χαρακτηριστικών που συναποτελούν μέρος των πέντε διαστάσεων. Αυτές οι πτυχές είναι η ευμεταβλητότητα και η απόσυρση για το νευρωτισμό, ο ενθουσιασμός και η αυτοπεποίθηση για την εξωστρέφεια, η διάνοια και ανοικτότητα για την ανοικτή αντίληψη, η εργατικότητα και τακτικότητα για την συνειδητότητα, η συμπόνια και ευγένεια για τη συγκαταβατικότητα.

Openness2Openness

 Δεκτικότητα (ανοικτότητα) στην εμπειρία

Η δεκτικότητα περιλαμβάνει γενική εκτίμηση της τέχνης, του συναισθήματος, της περιπέτειας,   πρωτότυπες (ασυνήθιστες) ιδέες, φαντασία, περιέργεια και ποικιλία εμπειριών. Οι άνθρωποι που  είναι ανοικτοί σε καινούργιες εμπειρίες είναι διανοητικά διερευνητικοί, ανοικτοί σε συναισθήματα,   ευαίσθητοι στην ομορφιά και πρόθυμοι να δοκιμάσουν νέα πράγματα. Τείνουν να είναι, σε σύγκριση  με τους πιο κλειστούς ανθρώπους περισσότερο δημιουργικοί και με καλύτερη γνώση των  συναισθημάτων τους. Είναι επίσης περισσότερο πιθανό να έχουν ασυνήθιστα πιστεύω.

Ένα συγκεκριμένο άτομο, ενώ μπορεί να έχει υψηλή γενική βαθμολογία στη διάσταση της δεκτικότητας και να ενδιαφέρεται για μάθηση και εξερεύνηση μπορεί να μην έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τέχνη ή την ποίηση. Υπάρχει στενή συσχέτιση ανάμεσα στην φιλελεύθερη ηθική και τη δεκτικότητα σε πολιτικές που υποστηρίζουν τη φυλετική ανοχή. Άτομα με χαμηλή βαθμολογία στη δεκτικότητα τείνουν να παρουσιάζουν πιο συμβατικές και παραδοσιακές απόψεις. Προτιμούν το απλό, το ξεκάθαρο και το προφανές έναντι του πολύπλοκου, του αμφίβολου και του λεπτομερούς. Αυτοί οι άνθρωποι πορεί να αντιμετωπίζουν την τέχνη και την επιστήμη με καχυποψία και να αντιμετωπίζουν αυτές τις ασχολίες ως μη ενδιαφέρουσες. Οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν την οικογένεια και τη σταθερότητα σε σχέση με την καινοτομία. Είναι συντηρητικοί και αντιτίθενται στην αλλαγή.

 

Δείγματα σκέψεων

  • Έχω πλούσιο λεξιλόγιο
  • Έχω ζωηρή φαντασία
  • Έχω εξαίρετες ιδέες
  • Αντιλαμβάνομαι γρήγορα πράγματα
  • Χρησιμοποιώ δύσκολες λέξεις
  • Επενδύω χρόνο σκέψης για τα πράγματα
  • Εχω πολλές ιδέες
  • Δεν με ενδιαφέρουν οι γενικότητες (αντίστροφα)
  • Δεν έχω καλή φαντασία (αντίστροφα)
  • Έχω δυσκολία κατανόησης αφηρημένων ιδεών (αντίστροφα)

 

Συνειδητότητα

Είναι η τάση να δείχνει κανείς αυτοπειθαρχία, να δρα με βάση το καθήκον, και να προσπαθεί να επιτυγχάνει αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες ή ξεπερνώντας τις προσδοκίες. Σχετίζεται με τον τρόπο που οι άνθρωποι ελέγχουν , ρυθμίζουν και οδηγούν τις παρορμήσεις τους. Υψηλή βαθμολογία σε αυτή τη διάσταση είναι ενδεικτική προτίμησης για προσχεδιασμένη και όχι παρορμητική συμπεριφορά. Το μέσο επίπεδο της συνειδητότητας είναι υψηλότερο σε νέους ενήλικες και μειώνεται σε μεγαλύτερους

 

Δείγματα σκέψεων

  • Είμαι πάντα προετοιμασμένος
  • Δίνω σημασία στη λεπτομέρεια
  • Κάνω τις δουλειές μου αμέσως
  • Μου αρέσει η τακτοποίηση
  • Ακολουθώ πρόγραμμα
  • Είμαι ακριβής στη δουλειά μου
  • Αφήνω τα πράγματά μου ατακτοποίητα (αντίστροφα)
  • Ανακατεύω τα πράγματα (αντίστροφα)
  • Συχνά ξεχνώ να βάζω τα πράγματα στη θέση τους (αντίστροφα)
  • Μειώνω τις υποχρεώσεις μου (αντίστροφα)

 

Εξωστρέφεια
Η εξωστρέφεια χαρακτηρίζεται από πληθώρα δραστηριοτήτων (και όχι σε εμβάθυνση σε ορισμένες) και δημιουργία ενέργειας από εξωτερικούς παράγοντες. Αυτό το χαρακτηριστικό συνοδεύεται από εξεσημασμένη ενασχόληση με τον εξωτερικό κόσμο. Οι εξωστρεφείς αρέσκονται στην αλληλεπίδραση με τους άλλους και συχνά παρουσιάζονται πλήρεις ενέργειας. Τείνουν να ενθουσιάζονται και να οδηγούνται από τη δράση. Παρουσιάζουν ομιλητικότητα και έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.
Οι εσωστρεφείς παρουσιάζουν μικρότερη κοινωνική επαφή και χαμηλότερα επίπεδα ενέργειας από τους εξωστρεφείς. Τείνουν να φαίνονται σιωπηλοί, να έχουν σκοπό και να είναι λιγότερο κοινωνικοί. Η έλλειψη κοινωνικότητας δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ντροπή ή κατάθλιψη. Αντίθετα, είναι πιο ανεξάρτητοι από την κοινωνικότητα σε σχέση με τους εξωστρεφείς. Οι εσωστρεφείς χρειάζονται λιγότερα ερεθίσματα από τους εξωστρεφείς και περισσότερο χρόνο μόνοι τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εχθρικοί ή αντικοινωνικοί. Αντίθετα, είναι περισσότερο προσεκτικοί σε κοινωνικές περιστάσεις.

 

Δείγματα σκέψεων

  • Είμαι η ψυχή του πάρτυ
  • Δεν με ενοχλεί να είμαι το κέντρο της προσοχής
  • Αισθάνομαι άνετα όταν είμαι με ανθρώπους
  • Ξεκινώ συζητήσεις
  • Μιλώ με πολλούς ανθρώπους σε συνεστιάσεις
  • Δεν μιλώ πολύ (αντίστροφα)
  • Μένω στο παρασκήνιο (αντίστροφα)
  • Σκέπτομαι πολύ πριν μιλήσω, ή δράσω (αντίστροφα)
  • Δεν μου αρέσει να τραβώ την προσοχή στον εαυτό μου (αντίστροφα)
  • Είμαι σιωπηλός όταν είμαι με ξένους (αντίστροφα)
  • Δεν έχω σκοπό να μιλώ σε μεγάλο ακροατήριο (αντίστροφα)

 

Συγκαταβατικότητα

Η συγκαταβατικότητα είναι ένα χαρακτηριστικό που αντανακλά γενικές ανησυχίες κοινωνικής αρμονίας. Τα συγκαταβατικά άτομα θεωρούν σημαντικό να τα πηγαίνουν καλά με τους άλλους. Σε γενικές γραμμές ενδιαφέρονται για τους άλλους, είναι καλοπροαίρετοι, γενναιόδωροι, εμπιστεύονται και είναι άτομα εμπιστοσύνης, βοηθούν και είναι πρόθυμοι να συμβιβάζονται . Τα συγκαταβατικά άτομα έχουν οπτιμιστικό τρόπο να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα.

Λόγω του ότι η συγκαταβατικότητα είναι κοινωνικό χαρακτηριστικό, η έρευνα αναδεικνύει ότι το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό σχετίζεται θετικά με την ποιότητα των σχέσεων με τα μέλη της ομάδας κάποιου. Τα μη-συγκαταβατικά άτομα τοποθετούν το ατομικό τους συμφέρον πάνω από το να τα πηγαίνουν καλά με άλλους. Γενικά δεν τους ενδιαφέρει οι άλλοι να προοδεύουν και μερικές φορές ο σκεπτικισμός τους για τα κίνητρά τους μπορεί να τους κάνει επιφυλακτικούς μη φιλικούς και μη συνεργάσιμους.

Δείγματα σκέψεων

  • Ενδιαφέρομαι για τους ανθρώπους
  • Με ενδιαφέρουν τα συναισθήματα των άλλων
  • Έχω μαλακή καρδιά
  • Κάνω διαλείμματα για χάρη των άλλων
  • Αισθάνομαι τα συναισθήματα των άλλων
  • Κάνω τους άλλους να χαλαρώνουν
  • Δεν ενδιαφέρομαι πολύ για τους άλλους (αντίστροφα)
  • Προσβάλλω τους άλλους (αντίστροφα)
  • Δεν ενδιαφέρομαι για τα προβλήματα των άλλων (αντίστροφα)
  • Λίγο με ενδιαφέρουν οι άλλοι (αντίστροφα)

shutterstock_16178506-617x416

Νευρωτισμός

Είναι η τάση κάποιου ατόμου να βιώνει αρνητικά συναισθήματα όπως είναι θυμός, άγχος ή κατάθλιψη. Μερικές φορές χαρακτηρίζεται και ως συναισθηματική αστάθεια. Εναλλακτικά αυτή η διάσταση αντιστρέφεται και αναφέρεται ως συναισθηματική σταθερότητα. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικότητας του Eysenck ο νευρωτισμός ως χαρακτηριστικό παρουσιάζει εσωτερική συνέχεια με τη χαμηλή ανοχή στο στρες ή με ερεθίσματα αποφυγής. Αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότερο πιθανό να ερμηνεύουν συνηθισμένες καταστάσεις ως απειλητικές και να αντιλαμβάνονται ελάσσονες ματαιώσεις ως εξαιρετικά δύσκολα αδιέξοδα. Οι αρνητικές τους συναισθηματικές αντιδράσεις τείνουν να εμμένουν για μακρές χρονικές περιόδους, με αποτέλεσμα να είναι συχνά σε κακή διάθεση. Ο νευρωτισμός συνδέεται με πεσιμιστική προσέγγιση της δουλειάς, με τη βεβαιότητα ότι η εργασία είναι εμπόδιο στις προσωπικές σχέσεις και με άγχος που είναι ενοχλητικό και πηγάζει από την εργασία. Αυτά τα προβλήματα της ρύθμισης του συναισθήματος μπορεί να ελαχιστοποιήσουν της δυνατότητα του νευρωτικού ατόμου να σκεφτεί καθαρά, να λαμβάνει αποφάσεις, να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το στρες. Η έλλειψη ικανοποίησης από τα επιτεύγματα κάποιου μπορεί να συνοδεύεται από υψηλά επίπεδα νευρωτισμού και να αυξάνει τις πιθανότητες κάποιου να προσβληθεί από κατάθλιψη. Εξάλλου, τα άτομα με υψηλή βαθμολογία στο νευρωτισμό βιώνουν ως περισσότερο αρνητικά τα γεγονότα της ζωής σε σύγκριση με αυτούς με χαμηλότερα επίπεδα σε αυτό το χαρακτηριστικό.

Ο νευρωτισμός, ως διάσταση της προσωπικότητας είναι παρόμοιος αλλά όχι ταυτόσημος με το να είναι κάποιος νευρωτικός κατά τη Φροϋδική έννοια.

Δείγματα σκέψεων

  • Ενοχλούμαι εύκολα
  • Η διάθεσή μου αλλάζει πολύ
  • Ενοχλούμαι εύκολα
  • Στρεσάρομαι εύκολα
  • Αγχώνομαι εύκολα
  • Έχω συχνές μεταβολές της διάθεσης
  • Συχνά αισθάνομαι στεναχώρια
  • Ανησυχώ για τα πράγματα
  • Είμαι χαλαρός για το μεγαλύτερο διάστημα (αντίστροφα)
  • Σπάνια αισθάνομαι στεναχωρημένος (αντίστροφα)

Ένα συχνό σημείο κριτικής είναι ότι οι πέντε διαστάσεις της προσωπικότητας δεν βασίζονται σε κάποιο ισχυρό θεωρητικό υπόστρωμα. Συνιστούν απλά απλά το αποτέλεσμα εμπειρικών ευρημάτων όπου ορισμένοι παράγοντες τοποθετούνται μαζί με βάση διαδικασίες ανάλυσης παραγόντων.

Ο Jack Block, στην τελευταία του εργασία πριν το θάνατό του το 2012, συνόψισε την κριτική του μοντέλου αυτού σημειώνοντας τα εξής:

• Την έλλειψη υποκείμενης θεωρητικής προσέγγισης του μοντέλου αυτού
• Την «ομιχλώδη» διαδικασία μέτρησης των παραγόντων
• Την ακαταλληλότητα του μοντέλου για την παιδική ηλικία
• Τη χρήση της παραγοντικής ανάλυσης ως μοναδικού παραδείγματος για την εννοιολογική περιγραφή της προσωπικότητας
• Την ύπαρξη μη αναγνωρισμένων αλλά επιτυχημένων προσπαθειών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που δεν εμπεριέχονται επαρκώς στις πέντε διαστάσεις.

Μοιραστείτε!

Η επιλογή του φύλου

220px-Hans_Baldung_001 Η βιολογική βάση της σεξουαλικής εμπειρίας και συμπεριφοράς

Η ιχνηλάτηση της ανάπτυξης των ανθρώπινων σεξουαλικών χαρακτηριστικών είναι  μία υπόθεση που έχει απασχολήσει πολύ την ψυχιατρική και την ψυχολογία. Δια  της έρευνας διαπιστώνεται ότι όσο προχωρούμε ανοδικά στην βιολογική κλίμακα  του ζωικού βασιλείου (ειδικά συγκρίνοντας θηλαστικά χαμηλότερης τάξης με άλλα  πρωτεύοντα και τους ανθρώπους) οι ψυχοκοινωνικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα  στα παιδιά και τους φροντιστές έχουν αυξημένο ρόλο στον καθορισμό της  σεξουαλικής συμπεριφοράς με ταυτόχρονη μείωση της επίδρασης από γενετικούς  και ορμονικούς παράγοντες.

Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης των θηλαστικών το έμβρυο έχει το δυναμικό να  εξελιχθεί σε άρρεν ή θήλυ. Οι αδιαφοροποίητες γονάδες μπορούν να εξελιχθούν σε  όρχεις ή ωοθήκες, ανάλογα με το γενετικό κώδικα που αναπαρίσταται στα  χρωμοσώματα καθορισμού του φύλου, ΧΧ για τα θηλυκά και ΧΥ για τα αρσενικά. Η  πρώτη ανάπτυξη των γονάδων στους ανθρώπους συμβαίνει περίπου από την έκτη εβδομάδα της κύησης, όταν κάτω από την επήρεια του γενετικού κώδικα στα αρσενικά εκκρίνονται οι ορμόνες της αρρενοποίησης. Αν το φύλο είναι θηλυκό, η διαφοροποίηση των ωοθηκών ξεκινά τη δωδέκατη εβδομάδα της κύησης. Η διαφοροποίηση ακολουθεί την κατεύθυνση της θηλεοποίησης ανεξάρτητα από το γενετικό προγραμματισμό, εκτός και εάν υπάρχουν επαρκή επίπεδα τεστοστερόνης. Δηλαδή, ακόμα και αν ο γενετικός κώδικας κωδικοποιεί άρρεν φύλο, μη επαρκή επίπεδα τεστοστερόνης οδηγούν στην ανάπτυξη θηλυκών σεξουαλικών χαρακτηριστικών.

Η αρχή της θηλεοποίησης προϋποθέτει ότι ο θηλυκός φαινότυπος έχει προτεραιότητα έναντι του αρσενικού. Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής θηλυκής διαφοροποίησης από το σύστημα των αρχέγονων πόρων του Muller αναπτύσσονται η μήτρα, οι σάλπιγγες και το έσω τριτημόριο του κόλπου. Στους άρρενες οι πόροι του Muller ατροφούν και εκφυλίζονται και στη θέση τους αναπτύσσεται το σύστημα των πόρων του Wolf, που θα εξελιχθούν στο αρσενικό γεννητικό σύστημα.
Ενώ διαφορετικοί πρόδρομοι για τα αρσενικά και τα θηλυκά εσωτερικά σεξουαλικά όργανα είναι παρόντες για την πιθανή ανάπτυξη, οι πρόδρομοι των εξωτερικών σεξουαλικών οργάνων είναι ομότυποι, δηλαδή τα ίδια πρόδρομα όργανα αναπτύσσονται είτε στα αρσενικά είτε στα θηλυκά σεξουαλικά όργανα.

Αν δεν υπάρχουν επαρκή επίπεδα ανδρογόνων (τεστοστερόνης και διύδροτεστοστερόνης) κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου της διαφοροποίησης που ξεκινά στο έμβρυο των οκτώ εβδομάδων, θα αρχίσει να αναπτύσσεται η κλειτορίδα, τα χείλη και ο κόλπος. Αλλά με την παρουσία επαρκών επιπέδων ανδρογόνων, θα αναπτυχθεί το πέος και ο σάκος των όρχεων.

man_womanΚάτω από την επίδραση των κυκλοφορούντων εμβρυϊκών ορμονών συμβαίνει διμορφική ανάπτυξη ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου κατ’ αντιστοιχία με τη διαφοροποίηση των εσωτερικών και εξωτερικών γεννητικών οργάνων. Ο εγκέφαλος είναι κατ’ αρχάς αμφιτυπικός και επικρατεί η ανάπτυξη των θηλυκών χαρακτηριστικών εκτός και αν υπάρχουν επαρκή επίπεδα κυκλοφορούντων ανδρογόνων. Σε αυτό το στάδιο της διαφοροποίησης καθορίζονται ειδικές υποθαλαμικές και υποφυσιακές λειτουργίες που θα διαφοροποιηθούν σε κυκλικότητα στις γυναίκες και μη κυκλικότητα στους άντρες.

Η διαφοροποίηση αρσενικού-θηλυκού στον εγκέφαλο συμβαίνει μόνο στο τρίτο τρίμηνο, αφού διαφοροποιηθούν τα εξωτερικά γεννητικά όργανα και πιθανόν συνεχίζεται έως και το πρώτο τρίμηνο μετά τη γέννηση. Σε μη πρωτεύοντα θηλαστικά η προγεννητική ορμονική διαφοροποίηση του εγκεφάλου προετοιμάζει την μετέπειτα συμπεριφορά ζευγαρώματος. Ωστόσο στα πρωτεύοντα η πρώιμη κοινωνική επικοινωνία και η μάθηση είναι εξαιρετικά σημαντικά στον καθορισμό της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Με αυτό τον τρόπο ο έλεγχος της συμπεριφοράς ζευγαρώματος καθορίζεται σημαντικά από τις πρωιμότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου τα οποία προκύπτουν στην εφηβεία- η κατανομή του σωματικού λίπους και της τριχοφυΐας, αλλαγή της φωνής, ανάπτυξη του στήθους και σημαντική ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων, όλα πυροδοτούνται από συστημικούς παράγοντες και ελέγχονται από σημαντική αύξηση των κυκλοφορούντων ανδρογόνων και οιστρογόνων όπως εξαρτώνται και οι ειδικές λειτουργίες στις γυναίκες της έμμηνου ρύσεως της εγκυμοσύνης και της λοχείας.

Ορμονικές ανισορροπίες μπορεί να μεταβάλλουν τα δευτερογενή σεξουαλικά χαρακτηριστικά φέρνοντας -εφόσον υπάρχει έλλειψη ανδρογόνων- γυναικομαστία στους άντρες και -με υπερβολικά ανδρογόνα- υπερτρίχωση, βάθυνση της φωνής και υπερτροφία της κλειτορίδας στις γυναίκες. Οι επιδράσεις των μεταβολών των επιπέδων των ορμονών στη σεξουαλική επιθυμία και στη συμπεριφορά δεν είναι τόσο καθαρές.

Το πως το κεντρικό νευρικό σύστημα επιδρά στην σεξουαλικότητα κατά την εφηβεία δεν είναι ξεκάθαρο. Στους άρρενες, ανεπαρκής κυκλοφορία ανδρογόνων μειώνει την ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας. Όταν τα ανδρογόνα είναι στα φυσιολογικά ή πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα η σεξουαλική επιθυμία και η συμπεριφορά είναι ανεξάρτητες από αυτές τις διακυμάνσεις. Προεφηβικός ευνουχισμός σε άρρενες οι οποίοι δεν λαμβάνουν εξωγενή τεστοστερόνη οδηγεί σε σεξουαλική απάθεια. Αντίθετα, η εξωγενής χορήγηση σε άρρενες με πρωτοπαθή ανεπάρκεια της αρρενοποίησης αποκαθιστά τη φυσιολογική σεξουαλική επιθυμία και συμπεριφορά. Η ανταπόκριση όμως στη θεραπεία σε μεταγενέστερα χρόνια, εφόσον η απάθεια έχει εγκαθιδρυθεί, είναι λιγότερο αποτελεσματική.

Κρίσιμες χρονικές αλληλουχίες φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο εδώ. Αντίστοιχα, παρόλο που μελέτες σε γυναίκες δείχνουν ότι υπάρχει υψηλότερη επιθυμία πριν ή μετά από την έμμηνο ρύση, η εξάρτηση (σύνδεση) της σεξουαλικής επιθυμίας με τις μεταβολές στα επίπεδα των ορμονών είναι λιγότερο σημαντική όταν συγκρίνεται με ψυχοκοινωνικά ερεθίσματα. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι η γυναικεία σεξουαλική επιθυμία μπορεί να επηρεάζεται περισσότερο από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες απ’ότι η σεξουαλική επιθυμία των ανδρών.

Ωστόσο, στα πρωτεύοντα και σε άλλα θηλαστικά το σεξουαλικό ενδιαφέρον και η σεξουαλική συμπεριφορά ελέγχονται ισχυρά από τις ορμόνες. Η συμπεριφορά του ζευγαρώματος σε τρωκτικά καθορίζεται αυστηρά από το ορμονικό περιβάλλον και ενέσιμη έγχυση ορμονών μετά τη γέννηση μπορεί να την επηρεάσουν με κρίσιμο τρόπο. Ο μετεφηβικός ευνουχισμός οδηγεί σε μείωση της διέγερσης και σεξουαλικού ενδιαφέροντος και εξελίσσεται κατά τη διάρκεια εβδομάδων και μηνών, ενώ είναι αναστρέψιμος άμεσα μετά την έγχυση ενέσεων τεστοστερόνης. Τεστοστερόνη σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση αυξάνει τη σεξουαλική τους επιθυμία χωρίς να μεταβάλλει με κάποιο τρόπο το σεξουαλικό τους προσανατολισμό.

Γενικά τα ανδρογόνα φαίνεται να επηρεάζουν την ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας και στα δύο φύλα αλλά πάντα εντός του πλαισίου της επικράτησης των ψυχοκοινωνικών παραγόντων για τη σεξουαλική διέγερση.

Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες

Ενώ ο τρόπος με τον οποίο οι ορμόνες επηρεάζουν τη σεξουαλική συμπεριφορά είναι σε γενικές γραμμές παραδεκτός, οι περιοχή όπου οι βιολογικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με τους ψυχοκοινωνικούς είναι λιγότερο σαφής. Δύο τέτοια θέματα είναι αυτά της πυρηνικής ταυτότητας του φύλου (core gender identity) και της ταυτότητας του ρόλου του φύλου (gender role identity).
Στους ανθρώπους, η πυρηνική ταυτότητα του φύλου (δηλαδή η αίσθηση του ατόμου για το αν είναι αρσενικό ή θηλυκό) δεν καθορίζεται από βιολογικά χαρακτηριστικά αλλά από το φύλο που αναθέτουν οι φροντιστές κατά τη διάρκεια των δύο έως τεσσάρων ετών.

Αντίστοιχα, η ταυτότητα του ρόλου του φύλου (δηλαδή η ταύτιση του ατόμου με συγκεκριμένες συμπεριφορές που είναι τυπικές για τα αρσενικά ή τα θηλυκά σε κάθε κοινωνία) επίσης επηρεάζεται σημαντικά από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Επιπρόσθετα, η ψυχαναλυτική διερεύνηση αποκαλύπτει ότι η επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου- του στόχου της σεξουαλικής επιθυμίας-επίσης επηρεάζεται ισχυρά από την πρώιμη ψυχοκοινωνική εμπειρία.
core gender

Πυρηνική ταυτότητα φύλου

Η έρευνα έχει αναδείξει ότι  γονείς, ακόμα και κάτω  από συνηθισμένες  συνθήκες ακόμα και αν  πιστεύουν  ότι  συμπεριφέρονται στα μικρά τους αγόρια και  κορίτσια με ακριβώς τον ίδιο τρόπο δείχνουν  διαφορετικές συμπεριφορές ανάλογα με το φύλο.  Παρόλο που εντοπίζονται διαφορές με βάση το  προγεννητικό ορμονολογικό ιστορικό, αυτές οι  διαφορές δεν σημαίνουν αυτόματα διαφοροποίησηστη συμπεριφορά αγοριών/κοριτσιών. Η θηλεοποιητική ορμονική παθολογία στους άρρενες και η αρρενοποιητική στα θήλεα εκτός από περιπτώσεις βαριάς ορμονικής ανωμαλίας μπορεί να επηρεάσει περισσότερο την ταυτότητα του ρόλου του φύλου, παρά τον πυρηνική ταυτότητα του φύλου.

Υπερβολικά επίπεδα ανδρογόνων κατά την προγεννητική περίοδο σε ένα κορίτσι μπορεί να είναι υπεύθυνα για τη συμπεριφορά του ως «αγοροκόριτσου» και για αυξημένη κατανάλωση ενέργειας για αναψυχή και επιθετικότητα. Ανεπαρκής διέγερση προγεννητικά από ανδρογόνα σε ένα αγόρι μπορεί να προκαλούν βαθμού παθητικότητα και μη επιθετικότητα, αλλά δεν επηρεάζουν την πυρηνική ταυτότητα του φύλου. Επιπλέον, ερμαφρόδιτα παιδιά τα οποία τα μεγαλώνουν χωρίς με το περιβάλλον τους να τα αντιμετωπίζει σταθερά ως αρσενικά ή θηλυκά θα αναπτύξουν ισχυρή ταυτότητα ως αρσενικά ή θηλυκά σε συμφωνία με τον τρόπο ανατροφής τους, ανεξάρτητα από το γενετικό τους υπόβαθρο, το ορμονικό περιβάλλον και ακόμα και σε κάποιο βαθμό- την εξωτερική εμφάνιση των γενετικών τους οργάνων.

Κατά το παρελθόν έχει ερευνηθεί η σχέση μεταξύ πρώιμης παθολογίας στην αλληλεπίδραση γονιού παιδιού και τη διαμόρφωση της πυρηνικής ταυτότητας του φύλου. Ο τρανσεξουαλισμός, δηλαδή η ανάπτυξη μίας πυρηνικής ταυτότητας φύλου η οποία είναι αντίθετη με τη βιολογική -σε άτομα με ξεκάθαρα καθορισμένο βιολογικό γένος- δεν έχει βρεθεί να σχετίζεται με γενετικές, ορμονικές ή άλλες φυσικές ανωμαλίες των γεννητικών οργάνων. Παρόλο που η έρευνα σε λεπτές βιολογικές μεταβλητές ειδικά στα θηλυκά τρανσέξουαλ θέτει ερωτήματα μερικών δυνητικών ορμονικών επιδράσεων, η βασική παθολογία που παίζει ρόλο είναι αυτή των πρώιμων ψυχοκοινωνικών επιδράσεων.

Με αυτό τον τρόπο η ψυχαναλυτική διερεύνηση των παιδιών με μη φυσιολογική σεξουαλική ταυτότητα όπως επίσης και το ιστορικό των ενήλικων τρανσέξουαλ μας παρέχει πληροφορίες για σημαντικά πρότυπα όπως έχουν περιγραφεί από σημαντικούς ερευνητές (Stoler).

Αυτά περιλαμβάνουν για τους άρρενες τρανσέξουαλ (βιολογικούς άρρενες που βιώνουν τους εαυτούς τους ως έχοντες πυρηνική ταυτότητα γυναίκας) μία μητέρα με ισχυρά αμφισεξουαλικά στοιχεία προσωπικότητας που είναι μακριά από τον παθητικό ή μη διαθέσιμο σύζυγο και που απορροφά το γιό της ως συμβολική ολοκλήρωση του εαυτού της. Η αρμονική τους συμβίωση η οποία εμμέσως εκμηδενίζει την αρρενωπότητα του αγοριού τον οδηγεί σε υπερβολική ταύτιση με τη μητέρα και σε απόρριψη του ρόλου του αρσενικού που γι’ αυτή είναι απαράδεκτος και ο οποίος δεν έχει μοντελοποιηθεί επαρκώς από τον απόντα πατέρα.

Στα θήλεα τρανσέξουαλ, η απορριπτική συμπεριφορά της μητέρας και η μη διαθεσιμότητα του πατέρα οδηγούν τη μικρή κόρη που δεν νιώθει την ενίσχυση ως μικρό κορίτσι να γίνει ένα υποκατάστατο αρσενικό και με αυτό τον τρόπο να ανακουφίσει την αίσθηση της μοναξιάς και της κατάθλιψης της μητέρας. Η αρσενική αυτή συμπεριφορά ενισχύεται από τη μητέρα της οποίας μειώνεται η απελπισία, με αποτέλεσμα τη βελτιωμένη οικογενειακή αλληλεγγύη.

Η πρώιμη γονεϊκή συμπεριφορά (κυρίως η μητρική) η οποία επηρεάζει την πυρηνική ταυτότητα του φύλου και η σεξουαλική λειτουργικότητα γενικότερα δεν είναι ειδική για τους ανθρώπους. Οι Harlow & Harlow στις κλασικές τους εργασίες με πρωτεύοντα επέδειξαν ότι η δημιουργία επαρκούς δεσμού μέσω ασφαλούς και φυσικά στενής επαφής ανάμεσα στο παιδί και την μητέρα είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη φυσιολογικής σεξουαλικής απάντησης σε ενήλικες πιθήκους. Η απουσία της φυσιολογικής μητρικής φροντίδας και δευτερογενώς η αλληλεπίδραση με ομάδες συνομήλικων σε σημαντικές αναπτυξιακές περιόδους διακόπτει τη δυνατότητα επαρκούς μεταγενέστερης ενήλικης σεξουαλικής απάντησης. Αυτοί οι πίθηκοι είναι επίσης δυσπροσαρμοστικοί και σε άλλες κοινωνικές διαντιδράσεις.

Παρόλο που ο Freud πρότεινε ψυχολογική αμφισεξουαλικότητα και για τα δύο γένη, υπέθεσε ότι η πρώτη σεξουαλική ταυτότητα και για τα δύο φύλα ήταν αρσενική. Πρότεινε ότι τα κορίτσια τα οποία στην αρχή καθηλώνονται στην κλειτορίδα ως πηγή ευχαρίστησης παράλληλα με το πέος- μετέβαλλαν την πρωτογενή του σεξουαλική ταυτότητα(και τον έμμεσο ομοφυλοφιλικό τους προσανατολισμό) από την μητέρα στον πατέρα σε ένα θετικό οιδιπόδειο προσανατολισμό ως έκφρασης της απογοήτευσης για τη μη ύπαρξη πέους, άγχους ευνουχισμού και της συμβολικής ευχής αντικατάστασης του πέους από το παιδί του πατέρα.

Ο Stoller υποστήριξε ότι δεδομένης της στενής σχέσης και της συμβιωτικής σχέσης με τη μητέρα οι πιο πρώιμη ταύτιση είναι και για τα δύο φύλα με τη μητέρα, με μία σταδιακή μεταβολή ως τμήμα μίας διαδικασίας αποχωρισμού, εξατομίκευσης. Οι Person και Oversey με βάση τις μελέτες τους σε άτομα με ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό, τραβεστί και τρανσέξουαλ υπέθεσαν ότι υπάρχει ταυτότητα του φύλου που είναι αρσενική ή θηλυκή από την αρχή.

Δυο άλλοι ερευνητές, οι Braunschweig και fain σε συμφωνία με την υπόθεση του Freud για την αρχική αμφισεξουαλικότητα και στα δύο φύλα υποστήριζαν ότι στην αρχή υπάρχει ψυχολογική αμφισεξουαλικότητα η οποία προκύπτει από την ασυνείδητη ταύτιση του παιδιού και με τους δύο γονείς. Δεν πειράζει αν ο πατέρας μαγειρεύει το φαγητό και η μητέρα οδηγεί το τρακτέρ (δηλαδή οι κοινωνικοί ρόλοι) αν οι γονείς επιδεικνύουν ισχυρή ταυτότητα του φύλου, τα παιδιά θα μπορέσουν να διαφοροποιηθούν σύμφωνα με το φύλο τους.

brain areas

Ταυτότητα του ρόλου του φύλου

Σε μία κλασική πια μελέτη οι Maccoby και Jacklin συμπεραίνουν ότι υπάρχουν αβάσιμες απόψεις για την ταυτότητα του ρόλου του φύλου, μερικές από τις οποίες είναι αρκετά κοινές. Τέτοιες είναι παραδείγματος χάριν ότι τα κορίτσια είναι περισσότερο κοινωνικά και υποβόλιμα από τα αγόρια, ότι  έχουν χαμηλότερη αυτοπεποίθηση, ότι μειονεκτούν στην ύπαρξη κινήτρων για να επιτύχουν στόχους και ότι είναι καλύτερα στην εκμάθηση επαναληπτικών δραστηριοτήτων. Τα αγόρια θεωρείται ότι είναι περισσότερο αναλυτικά, είναι καλύτερα σε έργα τα οποία απαιτούν υψηλότερη γνωστική επεξεργασία και στην αναστολή προηγούμενα μαθημένων διαδικασιών. Τα κορίτσια θεωρείται ότι επηρεάζονται περισσότερο από την κληρονομικότητα, τα αγόρια από το περιβάλλον, τα κορίτσια είναι περισσότερο ακουστικά, τα αγόρια οπτικά.

Οι αποδεδειγμένες διαφορές στα φύλα είναι οι ακόλουθες: Τα κορίτσια έχουν μεγαλύτερη γλωσσική ικανότητα από τα αγόρια, τα αγόρια τα πάνε καλύτερα σε οπτικοχωρικά και μαθηματικά ερεθίσματα και τα αγόρια είναι περισσότερο επιθετικά. Ανοικτά είναι τα ερωτήματα διαφορών σε απτική ευαισθησία, φόβο, άγχος, ανταγωνιστικότητα, κυριαρχία, «μητρική» συμπεριφορά.

Ποιες από αυτές τις συμπεριφορές είναι γενετικά καθορισμένες και ποιες κοινωνικά; Βιολογικοί παράγοντες σίγουρα εμπλέκονται στην οπτικοχωρική αντίληψη και την επιθετικότητα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά στους άρρενες σε όλες τις κουλτούρες και στα πρωτεύοντα.

Η συμπεριφορά η οποία συνδέεται με το άλλο φύλο, που μπορεί να είναι θηλυπρέπεια στα αγόρια ή αγορίστικη συμπεριφορά στα κορίτσια συχνά σχετίζεται με την ομοφυλόφιλη επιλογή αντικειμένου. Ο προσανατολισμός προς το ίδιο φύλο μπορεί να επηρεάζει την υιοθέτηση ρόλων που σχετίζονται με το αντίθετο φύλο.

 

road mapsΗ επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου

Οι Money και Perper χρησιμοποιούν τον όρο πρότυπα ανθρωπίνων συμπεριφορών για τις  αναφορές στα αντικείμενα της σεξουαλικής διέγερσης του ατόμου. Ο Money αναφέρεται στους  ερωτικούς χάρτες, που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των σεξουαλικών αντικειμένων που επιλέγει  κάποιος. Πιστεύει ότι αυτά συμπληρώνονται έως την ηλικία των οκτώ ετών.
Ο Meyer υποστήριξε ότι όταν το νήπιο ή το μικρό παιδί υποσυνείδητα ταυτίζεται με τον γονιό του  ίδιου φύλο, τότε ταυτίζεται και με το σεξουαλικό ενδιαφέρον στον άλλο γονιό.

Ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας

Το βιολογικό μας υλικό, υπεύθυνο για τη σεξουαλική διέγερση και τη σεξουαλική πράξη είναι σχετικά καλά ταυτοποιημένο. Υπό διερεύνηση είναι τα ερεθίσματα που προκαλούν τη σεξουαλική απάντηση και η υποκειμενική ποιότητα του ερεθισμού. Επίσης δεν υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στους ερευνητές για τη ποσοτική μέτρηση του ερεθισμού και την ένταση της διέγερσης. αλλά και η συγκριτική μελέτη της διέγερσης μεταξύ ανδρών και γυναικών. Σε γενικές γραμμές είναι προαπαιτούμενο ένα ικανό επίπεδο ανδρογόνων  για να υπάρχει δυναμικό σεξουαλικής απάντησης επηρεάζοντας την σεξουαλική επιθυμία τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες.

Αλλά αν οι ορμόνες είναι σε υψηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα, η σεξουαλική επιθυμία και συμπεριφορά ανεξαρτητοποιούνται από τις μεταβολές τους. Για τους ανθρώπους ο παράγοντας που επικρατεί και καθορίζει το βαθμό της σεξουαλικής επιθυμίας είναι γνωσιακός-η γνώση του σεξουαλικού ενδιαφέροντος η οποία αντανακλάται σε σεξουαλικές φαντασιώσεις, αναμνήσεις και ανταπόκριση σε σεξουαλικά ερεθίσματα. Η εμπειρία καθεαυτή δεν είναι ολοκληρωτικά γνωσιακή. Περιλαμβάνει ισχυρό συναισθηματικό στοιχείο.

 

Πηγή: Love relations, from normality to pathology by Otto Kernberg

Μοιραστείτε!