Αρχείο συντάκτη Psychiatros

Μύθοι και μη ενημερωμένες (δυσπροσαρμοστικές) απόψεις για την ψυχική υγεία

HeadΕδώ σταχυολογούνται μερικές προβληματικές απόψεις για την ψυχική υγεία και γίνεται προσπάθεια διευκρίνησης του τι ισχύει. (Θα γίνεται ενημέρωση αυτού του μικρού καταλόγου εκεί που διαφαίνεται ανάγκη).

Δυσπροσαρμοστική άποψη 1: Οι άνθρωποι με μείζονα ψυχοπαθολογία είναι επικίνδυνοι

Εδώ ουσιαστικά μιλάμε για το στίγμα του ψυχικά πάσχοντα (βλέπε εδώ-link). Η σχιζοφρένεια είναι η διαταραχή με υψηλή στιγματοποίηση. Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένεια (η ψυχική νόσος με το ισχυρότερο στίγμα) δεν είναι περισσότερο επικίνδυνοι από το μέσο όρο, ούτε υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος διάπραξης κάποιου αδικήματος από το μέσο όρο, πλην ίσως των φορολογικών (γιατί προφανώς δεν τους απασχολούν τόσο τα χρέη προς την εφορία)!

Δυσπροσαρμοστική άποψη 2: Η σχέση Νευρολόγου-Ψυχολόγου-Ψυχιάτρου και τα μεταξύ τους μπερδέματα

Παλιότερα υπήρχε μία ενοποιημένη ιατρική ειδικότητα, του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου. Εδώ και μία γενιά σχεδόν, στην Ελλάδα οι ειδικότητες αυτές έχουν διαχωριστεί (στο εξωτερικό πολύ νωρίτερα). Υπάρχουν οι Νευρολόγοι, υπάρχουν και οι Ψυχίατροι. Οι Νευρολόγοι ασχολούνται με νευρολογικές-οργανικές νόσους του εγκεφάλου, όπως είναι για παράδειγμα οι νευροπάθειες, τα αγγειακά-εγκεφαλικά, οι λοιμώξεις του ΚΝΣ, διάφορα νευρολογικά σύνδρομα. Οι Ψυχίατροι ασχολούνται με τα προβλήματα της ψυχικής σφαίρας, που μπορεί να είναι ηπιότερα (λ.χ. άγχος, διαταραχές ύπνου, δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές, διαταραχές προσωπικότητας, σεξουαλικές διαταραχές κ.ο.κ.) ή με μεγαλύτερη επιβάρυνση (ψυχώσεις, μανιοκατάθλιψη, άλλες συναισθηματικές διαταραχές κ.ο.κ.). Στις δύο αυτές ιατρικές ειδικότητες υπάρχουν και κάποιοι κοινοί τόποι, όπως είναι η άνοια, (με τους Ψυχιάτρους να  αντιμετωπίζουν και τα συμπεριφορικά και ψυχωτικά συμπτώματα εκτός από τα γνωσιακά), ενδεχομένως και ένα κομμάτι από τις κεφαλαλγίες ( αυτό που σχετίζεται με κεφαλαλγίες άγχους, αλλά χωρίς να είναι η ειδικότητα αιχμής γι’ αυτές).

Ο Ψυχίατρος δεν είναι Ψυχολόγος (φαίνεται αυταπόδεικτο, όμως πολλές φορές από τα λεγόμενα ενός ανθρώπου δεν καταλαβαίνεις σε ποιόν από τους δύο πηγαίνει). Ο Ψυχίατρος είναι ιατρός. Έχει τελειώσει την ιατρική εκπαίδευση, έχει κάνει αγροτικό (οι παλιότεροι και όχι υποχρεωτικά οι νεότεροι), έχει κάνει την ειδικότητα της Ψυχιατρικής η οποία διαρκεί πεντέμισι έτη και περιλαμβάνει Ψυχιατρική, Νευρολογία και Παθολογία. Ο Ψυχολόγος έχει τελειώσει κάποια σχολή Ψυχολογίας. Υπάρχουν Ψυχοθεραπευτές που δεν είναι καν Ψυχολόγοι, μπορεί το ακαδημαϊκό τους αντικείμενο (εάν και εφόσον υπάρχει) να είναι τελείως διαφορετικό, αλλά να έχουν εκπαιδευτεί σε κάποια ψυχοθεραπευτική σχολή. Το πλαίσιο της Ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα είναι αρκετά ασαφές και στερείται επαρκούς πιστοποίησης και κανονικοποίησης. Επιπρόσθετα δεν είναι δεδομένο ότι όλοι οι Ψυχίατροι έχουν Ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, αυτή συμβαίνει παράλληλα με την ειδικότητά τους (παρόλο που στο πλαίσιο της ειδικότητας τους δίδεται και αυτή η δυνατότητα). Δεν είναι δεδομένο πως όποιος πάει σε Ψυχολόγο έχει κάποιο ελαφρύ πρόβλημα. Αυτό θα ήταν μεγάλη απλοποίηση αν συνέβαινε. Επίσης υπάρχουν άνθρωποι που λαμβάνουν βοήθεια ταυτόχρονα από Ψυχολόγο και Ψυχίατρο, με πολύ καλά αποτελέσματα και με καλή συνεργασία μεταξύ των δύο διαφορετικών ειδικοτήτων.

Δυσπροσαρμοστική άποψη 3: Κάνω Ψυχανάλυση μία φορά το μήνα και έχω αμφιβολία για το αν με βοηθά.

Δεν κάνετε ψυχανάλυση, λαμβάνετε παρακολούθηση από τον Ψυχίατρο ή Ψυχολόγο σας. Η Ψυχανάλυση δεν είναι κάτι ελαφρύ, δεν είναι κάτι που κανείς το κάνει στα «πεταχτά». Αυτό που θέλετε να κάνετε είναι ψυχοθεραπεία. Η ψυχοθεραπεία είναι η θεραπεία δια του λόγου και με το λόγο. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές σχολές και πολλές διαφορετικές τεχνικές. Η Ψυχανάλυση είναι η ψυχοθεραπεία που θεμελιώθηκε από τον Freud και τους μεταγενέστερους του. Είναι είδος θεραπείας που απαιτεί υψηλή κινητοποίηση και εμπλοκή, αφού ανήκει στις θεραπείες ψυχοδυναμικού τύπου. Αυτές είναι θεραπείες που εστιάζουν στο ασυνείδητο. Η συχνότητά τους είναι κατ’ ελάχιστο εβδομαδιαίες (μπορεί δύο, τρεις τέσσερις ή και πέντε φορές την εβδομάδα και η διάρκειά τους κατ’ ελάχιστο κάποια έτη για να θεωρηθούν παραγωγικές). Άλλες ψυχοθεραπευτικές κατευθύνσεις περιλαμβάνουν την συστημική-οικογενειακή θεραπεία, την γνωσιακή-συμπεριφορική, τη θεραπεία Gestalt,  τη συμπεριφορική, την διαπροσωπική ψυχοθεραπεία, την υποστηρικτική-συμβουλευτική ψυχοθεραπεία για να αναφερθούν μερικές από τις αντιπροσωπευτικότερες. Η κάθε ψυχοθεραπευτική κατεύθυνση δανείζεται στοιχεία από τις άλλες, έχει όμως και διακριτές τεχνικές, τελετουργικά, στυλ επικοινωνίας και στόχους. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μία απλή συζήτηση για την καθημερινότητα. Αποτελεί μία προσπάθεια εννοιολόγησης, επεξήγησης και νοηματοδότησης της ιστορίας του κάθε ατόμου και δια αυτής της νοηματοδότησης προσπαθεί να αναδομήσει και να αλλάξει επί το λειτουργικότερο τη ζωή του ατόμου.

Δυσπροσαρμοστική άποψη 4: Τα ψυχοφάρμακα είναι επικίνδυνα, καταστέλλουν, σε κάνουν να χάσεις το μυαλό σου, προκαλούν εξάρτηση.

Η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές η εικόνα που βλέπουμε και μας προβληματίζει είναι εικόνα ανθρώπων που τα φάρμακα δεν αντιμετωπίζουν πλήρως το ψυχιατρικό τους πρόβλημα. Πολλές ψυχιατρικές νόσοι περιλαμβάνουν ως συμπτώματα την κοινωνική απόσυρση, την έκφραση παράξενων ιδεών, την μεγάλη συναισθηματική άμβλυνση, προβλήματα που πολλές φορές δεν εξισορροπούνται πλήρως με τη φαρμακευτική αγωγή. Μερικές φορές, ο συνδυασμός φαρμάκων σε πολύπλοκα θεραπευτικά σχήματα αυξάνει τις αλληλεπιδράσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων, με συχνή συνέπεια την καταστολή ή και απρόβλεπτες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Τα περισσότερα φάρμακα που χρησιμοποιεί η Ψυχιατρική δεν προκαλούν εξάρτηση. Από τις κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας κυρίως τα αγχολυτικά και κυρίως τα βενζοδιαζεπινικού τύπου είναι φάρμακα που έχουν το δυναμικό να προκαλέσουν εξάρτηση. Με τα άλλα φάρμακα μπορεί να προκληθεί κάποιο σύνδρομο διακοπής (π.χ. αντικαταθλιπτικά,) που δεν είναι επικίνδυνο, είναι αυτοπεριοριζόμενο και αν προκύψει συνήθως διαρκεί λίγο. Το ότι μπορεί να διακόψει κάποιος τη φαρμακευτική αγωγή και να νοιώσει άσχημα πολλές φορές έχει να κάνει με το ότι αναδύεται εκ νέου το άγχος και η δυσφορία που έως τότε η αγωγή κατεύναζε δεν είναι κάποιο σύνδρομο εξάρτησης.

Δυσπροσαρμοστική άποψη 5: Τα αγχολυτικά είναι φάρμακα που κανείς μπορεί να τα χρησιμοποιεί ελεύθερα.

Είναι πάρα πολύ κακή πρακτική να λαμβάνονται φάρμακα μετά από την υπόδειξη συγγενικού προσώπου, γνωστού ή γείτονα. Πολλές φορές το πρόβλημα είναι διαφορετικό από αυτό που μπορεί να υποθέτει ακόμα και ο κοντινός συγγενής. Π.χ. μπορεί το άγχος να είναι ψυχωτικού τύπου και η δέουσα αγωγή να μην είναι το αγχολυτικό. Επίσης τα αγχολυτικά έχουν σημαντικές παρενέργειες και πρέπει να λαμβάνονται πολλά πράγματα υπόψιν πριν την χορήγηση τους, όπως η ηλικία, συνοδά προβλήματα υγείας, λοιπές φαρμακευτικές αγωγές που μπορεί να αλληλεπιδρούν, τάση προς εξάρτηση κ.ο.κ. Τα αγχολυτικά είναι φάρμακα ελεγχόμενα και η χρήση τους ρυθμίζεται από το νόμο 3459/2006 περί ναρκωτικών ουσιών. Κατά το νόμο αυτό ναρκωτική ουσία είναι αυτή που προκαλεί εξάρτηση. Όντως τα αγχολυτικά έχουν το δυναμικό να προκαλέσουν εξάρτηση (όχι σε όλους, ανάλογα με τη συχνότητα και τη διάρκεια χρήσης), αλλά σε χρήση εντός ορίων έχουν αγχολυτικό και όχι ναρκωτικό αποτέλεσμα (με την έννοια του ύπνου ή της αλλαγής του τρόπου με τον οποίο κανείς αισθάνεται το περιβάλλον)

Δυσπροσαρμοστική άποψη 6: Τα αντικαταθλιπτικά είναι φάρμακα επικίνδυνα και προκαλούν εξάρτηση.

Τα αντικαταθλιπτικά και ιδιαίτερα τα πιο σύγχρονα είναι πολύ ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα, ενδεχομένως από τα καλύτερα που έχει παράγει η φαρμακευτική. Ως φάρμακα, έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες, συνήθως όμως είναι ήπιες, αυτοπεριοριζόμενες (κρατούν λίγες ημέρες συνήθως) και ελεγχόμενες. Ταυτόχρονα είναι φάρμακα που δεν προκαλούν εξάρτηση. Οι οδηγίες μεγάλων οργανισμών για τη χρήση τους αναφέρουν ότι εκεί που υπάρχει σημαντικό όφελος και όχι ανεπιθύμητες ενέργειες, μπορεί να λαμβάνονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα (ή επ’ αόριστον). Τα αντικαταθλιπτικά (συγκεκριμένες κατηγορίες περισσότερο) είναι πολύ καλά αγχολυτικά φάρμακα και είναι η θεραπεία εκλογής για αγχώδεις διαταραχές που διαρκούν. Η συνταγογράφηση τους πρέπει να γίνεται κατόπιν εκτίμησης και μόνο από γιατρό, διότι είναι φάρμακα. Επίσης συνήθως η δράση τους δεν είναι άμεση, χρειάζεται χρονικό διάστημα από λίγες ημέρες ίσως έως και 2-3 εβδομάδες για να δούμε σημαντική αποτελεσματικότητα.

Δυσπροσαρμοστική άποψη 7: Τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν αυτοκτονία.

Υπάρχει προειδοποίηση στο συνοδευτικό χαρτί αυτών των φαρμάκων, για ενδεχόμενη αύξηση τέτοιων σκέψεων (κυρίως σε εφήβους), δεν προκαλούν όμως τέτοιες σκέψεις de novo (εξ αρχής). Σε εφήβους έτσι κι αλλιώς οι παιδοψυχίατροι είναι πολύ προσεκτικοί στη χρήση των αντικαταθλιπτικών και τα δίνουν πάντα σε στενή παρακολούθηση (ή με τέτοια σύσταση). Σε ενήλικες όταν τα αντικαταθλιπτικά χρησιμοποιούνται με ασφαλή τρόπο, σύμφωνα με τις ενδείξεις τους και με τη σωστή παρακολούθηση δεν δημιουργούν προβλήματα (Σε μερικούς ανθρώπους κατά τις πρώτες ημέρες χρήσης τους παρουσιάζονται φαινόμενα αυξημένης ανησυχίας, έτσι αν κάποιος έχει ήδη σημαντικά αυξημένο αυτοκτονικό ιδεασμό μπορεί αυτός για λίγο να επιδεινωθεί-αυτός είναι ο πιο συχνός και σημαντικός κίνδυνος).

Δυσπροσαρμοστική άποψη 8: Χρειάζομαι κάποιο φάρμακο, θέλω όμως κάτι ελαφρύ!

Δεν υπάρχουν ελαφριά και βαριά φάρμακα. Όταν κανείς ζητά ένα ελαφρύ φάρμακο, οπωσδήποτε δε ζητά ένα αδύναμο φάρμακο που δεν θα είναι βοηθητικό γι’ αυτόν. Στην πραγματικότητα ζητά ένα φάρμακο που να είναι αποτελεσματικό για το πρόβλημά του, να μην υπάρχει περίπτωση να του κάνει οποιοδήποτε κακό και κατά προτίμηση να μη δίνεται σε ανθρώπους με “βαριά” ψυχικά προβλήματα, για να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ότι υπάρχει η πιθανότητα να επιβαρυνθεί η κατάστασή του. Εκείνη τη στιγμή ο ασθενής ζητά το ιδανικό φάρμακο. Ουσιαστικά το ζητούμενου ενός φαρμάκου που είναι ελαφρύ, είναι ένα ζητούμενο εμποτισμένο από το ψυχιατρικό στίγμα. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στη φαρμακολογική πραγματικότητα. Στ’ αλήθεια αυτό που υπάρχει είναι το κατάλληλο φάρμακο, στην κατάλληλη δοσολόγηση, με κάποιο συγκεκριμένο προφίλ επιθυμητών και ανεπιθύμητων ενεργειών και ένα συγκεκριμένο λόγο οφέλους-κόστους που πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν. Αυτή είναι μία συζήτηση που πάντα πρέπει να κάνει ο ψυχίατρος με τους ασθενείς του.

Δυσπροσαρμοστική άποψη 9: Ο Ψυχίατρος μπορεί να προβλέψει την πορεία της ψυχικής μας υγείας στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι ότι ο Ψυχίατρος δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί όμως για ένα πάσχοντα να αξιολογήσει την πορεία της νόσου με βάση το παρελθόν του, να γνωρίζει τα στατιστικά δεδομένα που αφορούν κάθε διαταραχή, να συνιστά τη βέλτιστη χρήση της φαρμακευτικής αγωγής, να βοηθήσει στο σχεδιασμό της αντιμετώπισης του προβλήματος, να προτείνει εναλλακτικές λύσεις εκεί που η εξέλιξη δεν είναι η δέουσα, να εκπαιδεύσει τον ασθενή και το περιβάλλον για αυτά που ισχύουν για το πρόβλημά του και να διορθώσει λανθασμένες απόψεις που μπορεί να υπάρχουν.

Μοιραστείτε!

Για την ψυχοπαθητική (αντικοινωνική) διαταραχή προσωπικότητας

psycho - Google SearchSociopath= Ψυχοπαθητικός, ή αλλιώς αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας

Οι αντικοινωνικοί ασθενείς είναι οι λιγότερο δημοφιλείς στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ενώ ταυτόχρονα προκαλούν και το μεγαλύτερο φόβο.

Ο όρος «αντικοινωνικός» αναφέρεται περισσότερο στις κοινωνικές προεκτάσεις αυτής της ψυχολογικής προδιάθεσης, ενώ ο όρος «ψυχοπαθητικός» ή «ψυχοπαθής» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ή να περιγράψει μόνο ένα πιο περιορισμένο τμήμα από το ευρύτερο φάσμα των ανθρώπων με την αντικοινωνική προδιάθεση.

Ενώ οι ακραίοι ψυχοπαθείς δεν επιδέχονται θεραπείας (Stone 2000) τα άτομα με αντικοινωνικές τάσεις είναι δυνατόν να επηρεαστούν θετικά, θεραπευτικά.

Τα άτομα με αυτά τα χαρακτηριστικά (Ψυχοπάθειας) μπορούν να σχηματίσουν  ένα ευρύ φάσμα. Στη μία άκρη είναι οι ακραίοι ψυχωτικοί, αποδιοργανωμένοι, σαδιστές και παρορμητικοί (δολοφόνοι, βιαστές, κ.ο.κ )-δηλαδή άτομα με ψυχωτική /μεταιχμιακή-οριακή δομή που έχει ως βάση την αποτυχία δημιουργίας συναισθηματικού δεσμού με τους γύρω.

Στην άλλη άκρη του ίδιου φάσματος «κατοικούν» οι σαγηνευτικοί, ραφιναρισμένοι αστοί (φίδια με κουστούμια- Biondi & Hecox 1992). Αυτοί έχουν πολλές φορές υψηλή λειτουργικότητα, είναι άτομα ικανά και μπορούν να πετύχουν πολλά πράγματα, ίσως και περισσότερα από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Ωστόσο δεν περιορίζονται από ηθικές ή άλλες αναστολές και ενδιαφέρονται βασικά για το πως θα επιβάλλουν τη βούλησή τους, πως θα κατακτήσουν το στόχο τους.

Το βασικό κίνητρο του ψυχοπαθητικού είναι να την φέρει στους άλλους, να τους εκμεταλλευτεί σκόπιμα, για να πετύχει τους σκοπούς του.

Σε αυτό το πλαίσιο η χαρακτηριολογική ψυχοπάθεια ουδεμία σχέση έχει με την ακραία ή την εγκληματική συμπεριφορά, έχει όμως βαθιά σχέση με τα εσωτερικά κίνητρα του ατόμου.

Στο ζήτημα αν ένας ψυχοπαθητικός είναι προδιαγεγραμμένος να έχει παραβατικότητα, καλό θα ήταν να μιλήσουμε για τα εγγενή στοιχεία και ψυχολογικές τάσεις ενός ανθρώπου που σηματοδοτούν το ταμπεραμέντο του. Τα βρέφη έχουν κληρονομικές, «έμφυτες» διαφορές ως προς διάφορα χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η ενεργητικότητα, η επιθετικότητα, η αντιδραστικότητα σε ποικίλα ερεθίσματα κ.ο.κ.

Τα αντικοινωνικά άτομα χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη εγγενή επιθετικότητα. Όμως, η γενετική προδιάθεση μπορεί να τροποποιηθεί σημαντικά από την πρώιμη εμπειρία στη ζωή του ανθρώπου. Τα γονίδια μπορούν να «ενεργοποιούνται» και να «απενεργοποιούνται», η ισορροπία στους νευροδιαβιβαστές να αλλάζει με την εμπειρία του ατόμου. (Τα άτομα με μία συγκεκριμένη παραλλαγή ενός γονιδίου) έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν βίαιη συμπεριφορά αν υποστούν κακομεταχείριση.

Η παραμέληση, η κακοποίηση και η κακομεταχείριση μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του ενός τμήματος του εγκεφάλου, του κογχομετωπιαίου φλοιού, στον οποίο εδράζεται το εγκεφαλικό κέντρο της ηθικής στον εγκέφαλο.

Άρα, η επιθετικότητα των αντικοινωνικών μπορεί να είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης γονιδίων και εμπειρίας.

Οι αντικοινωνικές προσωπικότητες έχουν χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης και οι διαγνωσμένοι ψυχοπαθείς εμφανίζουν χαμηλή αντιδραστικότητα στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει την ανάγκη τους για διέγερση, και την αποτυχία τους στη μάθηση από την εμπειρία. Ενδεχομένως παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα κορτιζόλης (ορμόνης στρες) και υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Παρουσιάζουν δε ελλειμματική συναισθηματική ρύθμιση και μεγαλύτερο κατώφλι ηδονικής διέγερσης. Χρειάζονται λοιπόν πολύ εντονότερη και συγκλονιστική εμπειρία για να αισθανθούν ζωντάνια και ευεξία. Προτιμούν τη δράση από τη συζήτηση, δεν αναγνωρίζουν τα συναισθήματα, μπορούν όμως να μιλήσουν γι’ αυτά. Τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα που βιώνουν είναι είτε οργή είτε μανιακή ευθυμία.

Τα ψυχοπαθητικά άτομα δεν έχουν αίσθημα ηθικής ή ντροπής. Θα κομπάσουν για τις δολοπλοκίες και τις κοροϊδίες. Έχουν μία κακή αίσθηση μεγαλείου και θέλουν να θριαμβεύουν σαδιστικά απέναντι στους άλλους.

Αυτά τα άτομα συνήθως αποποιούνται την προσωπική τους ευθύνη, αποδίδοντας σε αυτό που διέπραξαν μικρότερη σημασία. Αν ερωτηθούν για περισσότερες πληροφορίες συνήθως εκφράζουν μεταμέλεια όχι για την παραβατικότητα αλλά για τη σύλληψη τους, για το «ξεσκέπασμά» τους.

Με την πάροδο των ετών, πολλά ψυχοπαθητικά άτομα, ιδιαίτερα αυτά που έχουν αποφύγει έντονες  αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές ή τη φυλάκιση για τις παραβατικές τους πράξεις «εξουθενώνονται» κατά κάποια έννοια στη μέση ηλικία και γίνονται έντιμοι. Οι βασικοί λόγοι είναι ενδεχομένως η φθίνουσα σωματική ρώμη και η μείωση των ορμονικών εκκρίσεων.

Ο David Berkowitz, μανιακός δολοφόνος άρχισε να διαπράττει φόνους νεαρών γυναικών όταν έμαθε ότι η βιολογική του μητέρα ήταν μία γυναίκα ανήθικη και δεν είχε καμία σχέση με την εξιδανικευμένη εικόνα που ο ίδιος είχε πλάσει στο μυαλό του γι’ αυτήν. Όντας υιοθετημένος αφηνίασε όταν η φαντασίωσή του ότι η “πραγματική” του μητέρα ήταν μία καταπληκτική γυναίκα, μετατράπηκε σε απατηλή εικόνα.

Αυτό το σημείο καμπής όπου η μη ρεαλιστική εικόνα εαυτού (εικόνα ανωτερότητας) μετατρέπεται στη συνειδητοποίηση της μετριότητας μπορεί να οδηγήσει σε προσπάθεια διάσωσης της αυτοεκτίμησης μέσω της επίδειξης δύναμης με αποτέλεσμα ακόμα και την καταφυγή σε εγκληματικές ενέργειες και παραβατικότητα.

Μοιραστείτε!

Νευροεπιστήμη και προσευχή

[cs_content][cs_section parallax=”false” class=”cs-hide-md cs-hide-sm” style=”margin: 0px 10px 0px 0px;padding: 45px 0px;border-style: groove;border-width: 1px;”][cs_row inner_container=”true” marginless_columns=”false” style=”margin: 0px auto;padding: 0px;”][cs_column fade=”false” fade_animation=”in” fade_animation_offset=”45px” fade_duration=”750″ type=”1/3″ style=”padding: 0px;”][x_image type=”thumbnail” src=”http://psychiatriki.com/wp-content/uploads/2016/01/προσευχή-χέρια.png” alt=”” link=”false” href=”#” title=”” target=”” info=”none” info_place=”top” info_trigger=”hover” info_content=””][/cs_column][cs_column fade=”true” fade_animation=”in” fade_animation_offset=”45px” fade_duration=”750″ type=”2/3″ class=”cs-ta-justify” style=”padding: 0px;”][cs_text class=”cs-ta-justify”]Σε μία αρκετά ασυνήθιστη εργασία, μία ομάδα Γερμανών Νευροεπιστημόνων στο Μόναχο (Sarita Silveira et al.) χρησιμοποίησαν απεικονιστική εξέταση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI)με σκοπό τη μέτρηση της εγκεφαλικής λειτουργίας ενός Καθολικού Γερμανού επισκόπου 72 ετών.

Οι ερευνητές ζήτησαν από τον ιερέα να πραγματοποιήσει κάποιες ενέργειες θρησκευτικού περιεχομένου, αλλά το πιο ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι δεν υπήρχε καμμία μεταβολή της εγκεφαλικής δραστηριότητας του επισκόπου τη στιγμή που προσευχόταν, σε σχέση με άλλες στιγμές που δεν του είχε ζητηθεί να κάνει κάτι συγκεκριμένο (κατάσταση ηρεμίας).

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι για την εξέταση σε κατάσταση ηρεμίας ο ιερέας έλαβε την οδηγία να κρατά τα μάτια του κλειστά χωρίς να τον πάρει ο ύπνος και να μη σκέφτεται τίποτα συγκεκριμένο. Έπειτα, του ζητήθηκε να προσευχηθεί συνεχόμενα (λέγοντας το Πάτερ Ημών). Και οι δύο καταστάσεις διήρκεσαν χρονικό διάστημα 10 λεπτών.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν φαινόταν μεταβολή στη λειτουργικότητα του εγκεφάλου μεταξύ των δύο καταστάσεων. Αυτό οδήγησε τους ερευνητές στο αμφίσημο συμπέρασμα ότι “ένα έντονα θρησκευόμενο άτομο μπορεί να προσεύχεται πάντα ή ποτέ!”

Βέβαια, αυτά τα συμπεράσματα ίσως δεν είναι τόσο παράδοξα. Η κατάσταση “ηρεμίας” του εγκεφάλου εντοπίζεται όποτε δεν πραγματοποιούμε κάποιο έργο. Το να λέει το “Πάτερ Ημών” ένας επίσκοπος δεν είναι πιθανό να αποτελεί γι’ αυτόν κάποιο απαιτητικό έργο, οπότε το αποτέλεσμα ίσως είναι κατανοητό. Ενδεχομένως αν χρησιμοποιούσαν ομάδα ελέγχου που θα είχε κάποιο άθεο τα αποτελέσματα θα ήτνα καλύτερα εξηγίσιμα.

Πηγή: discovermagazine.com[/cs_text][cs_text][/cs_column][/cs_row][/cs_section][/cs_content]

Μοιραστείτε!

Θεραπευτικά διλήμματα- Ένα άγχος σε μεταμφίεση

Dilemmas therapy(Φυσικά τα ονόματα είναι προσχηματικά, ορισμένα από τα δεδομένα έχουν αλλάξει για λόγους διαφύλαξης της ιδιωτικότητας και συνοχής της ιστορίας)

Η Β ήταν (και είναι ακόμα) μία κοπέλα που έκανε πολύ καλή επαφή. Είχαμε επικοινωνήσει για να κλείσει ραντεβού για την αδερφή της που υπέφερε από άγχος. Ήδη από την τηλεφωνική μας επικοινωνία ήταν φανερό ότι  ανησυχούσε ιδιαίτερα γι’ αυτήν και είχε εκφράσει την επιθυμία να γίνει γρήγορα καλά. Οι δυο αδερφές θα έρχονταν μαζί γιατί κατά την Β η Α είχε ανάγκη  συνοδού.

Η  Α ήταν (και είναι φυσικά ακόμα) μία εξαιρετικά γλυκιά κοπέλα. Καλομίλητη, ευγενική, πολύ προσεκτική στα λόγια και τα σχόλιά της. Μιλούσε πολύ σιγά, σχεδόν ψιθύριζε. Αυτό είχε ως συνέπεια να απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να την παρακολουθήσεις.  Η συζήτηση μαζί της έφερε ένα συναίσθημα εξομολογητικό, μαζί με μία αίσθηση μικρής συνωμοσίας, αφού ένοιωθες σα να κοινωνείς τα μικρά προσωπικά της μυστικά. Η Α έδινε την εικόνα ενός ανθρώπου πολύ ευαίσθητου και εύθραυστου, που απαιτούσε πολύ προσοχή και λεπτούς χειρισμούς. Πολύ νεαρή στην ηλικία, πολύ μοντέρνα στην εμφάνιση. Με επισκέφθηκε στο ιατρείο αναφέροντας ως βασική της δυσχέρεια το πρόβλημα του άγχους. Την είχε πιέσει η αδερφή της (που με είχε πάρει τηλέφωνο και περίμενε στην αναμονή του ιατρείου) να έρθει και να βοηθηθεί.

Η Α περιέγραφε μία κατάσταση παροξυσμικού άγχους, με περιστασιακές κρίσεις πανικού που την φόβιζαν και την προβλημάτιζαν πάρα πολύ. Προηγούμενα είχε ολοκληρώσει τον οργανικό έλεγχο, όλα είχαν βρεθεί φυσιολογικά, όμως η ίδια δεν είχε πειστεί ότι τα πράγματα ήταν έτσι όπως έπρεπε. Έλεγε πως όσο θυμόταν τον εαυτό της ήταν αγχώδης. Εργαζόταν κάποια χρόνια ως ελεύθερη επαγγελματίας και η δουλειά της προχωρούσε καλά. Τα συμπτώματά της είχαν επιδεινωθεί σημαντικά μετά από μία εξαντλητική δίαιτα που είχε αρχίσει να ακολουθεί για να χάσει λίγα κιλά που την ενοχλούσαν. Στο γραφείο του διατροφολόγου στον οποίο είχε πάει και μετά από μία στιγμή που ένοιωσε άβολα της συνέβη μία κρίση πανικού που κράτησε αρκετή ώρα και την εξάντλησε πολύ. Αυτή ήταν και η στιγμή που κατάλαβε και η ίδια ότι χρειαζόταν βοήθεια, όπως τόνισε.

Όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα τα συμπτώματά της συνεχώς επιδεινώνονταν, με αποτέλεσμα να είναι σε συνεχή ανησυχία, να παρουσιάζει προβλήματα ύπνου, να μην μπορεί να εργαστεί όπως παλιότερα. Ρώτησε πως μπορεί να βοηθηθεί και όταν της εξηγήθηκαν οι διαθέσιμες επιλογές κληθήκαμε να αποφασίσουμε μεταξύ της λήψης φαρμακοθεραπείας (της συστήθηκε, αρχικά το άκουσε με μισή καρδιά είναι αλήθεια) και μεταξύ της ψυχοθεραπείας, (γιατί είχε αίτημα και ένδειξη).  Αυτό ήταν το πρώτο μας θεραπευτικό δίλημμα και το προσπεράσαμε επιλέγοντας και τις δύο λύσεις ταυτόχρονα. Ξεκινήσαμε λοιπόν φαρμακευτική αγωγή και τακτικές συναντήσεις ψυχοθεραπείας, έχοντας ως κύριο αντικείμενο την αντιμετώπιση των αποφυγών και των φόβων.

Από τις πρώτες ακόμα συναντήσεις μας προέκυψαν μεταξύ άλλων δύο διαπιστώσεις μεγάλης σημασίας όπως αποδείχτηκε για την έκβαση του περιστατικού:

Η πρώτη ήταν ότι η Α από πολύ μικρή ηλικία είχε χάσει με απότομο και εξαιρετικά τραυματικό τρόπο τον πατέρα της. Ζούσε μαζί με την αδερφή και τη μητέρα της σε μία πολύ στενή, σχεδόν κλειστή οικογενειακή σχέση.  Στο ίδιο σπίτι (διπλοκατοικία) στον δεύτερο όροφο έμεναν οι μητρικοί παππούδες με τους οποίους διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Μιλούσε γι’αυτούς με πολύ καλά λόγια και πολύ αγάπη. Η σχέση της όμως ήταν ακόμα καλύτερη με τους πατρικούς παππούδες που έμεναν στην ίδια περιοχή λίγο μακρύτερα. Της άρεσε να μένει εκεί πάρα πολύ, το έβρισκε όμορφο και περιπετειώδες να πηγαίνει σε αυτούς και από καιρό εις καιρό να κοιμάται και εκεί. Η οικογένεια περιγραφόταν με ένα τρόπο πολύ ζεστό, σχεδόν ονειρικό, με αγάπη, αλληλοσεβασμό, πολύ φροντίδα. Αναγνώριζε όμως η Α ότι μετά την απώλεια του πατέρα τους είχαν δυσκολευτεί πολύ. Έπρεπε να προσπαθήσουν για να τα καταφέρουν, έπρεπε να μείνουν ενωμένες για να το πετύχουν. Με τις περιγραφές της Α δεν μπορούσες να μείνεις ασυγκίνητος, δεν μπορούσες να μην θαυμάσεις αυτές τις γυναίκες και την προσπάθειά τους  να επιβιώσουν, δημιουργώντας όπως φαίνεται ένα αδιάρρηκτο μέτωπο.

Η δεύτερη πολύ σημαντική διαπίστωση είναι ότι όσο εξελισσόταν η θεραπεία γινόταν περισσότερο φανερό ότι η Α ταλαιπωρούταν από πληθώρα αποφυγών και φοβιών. Από την πρώτη μας συνάντηση είχε εκφράσει 2 σημαντικές της ανησυχίες: η πρώτη ήταν ο φόβος που ένοιωθε ότι μπορεί να έχανε το μυαλό της και να τρελαινόταν (συχνή ανησυχία και σύμπτωμα ανθρώπων που παρουσιάζουν κρίσεις πανικού). Η δεύτερη ανησυχία που τη φόβιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν ότι της έρχονταν ιδέες ότι θα έβγαζε τα μάτια της με τα χέρια της (σπάνιο σύμπτωμα). Αυτή ήταν μία σκέψη που η Α δεν κατανοούσε καθόλου. Στην πορεία της θεραπείας μας συνεχώς ρωτούσε, συνεχώς ζητούσε διαβεβαίωση ότι αυτό δεν θα συμβεί, αναγνώριζε δε αυτή τη σκέψη ως τελείως παράλογη και αυτό την φόβιζε ακόμα περισσότερο. Παρουσίαζε όμως και πολλές άλλες φοβίες που στην πορεία θεραπείας αναδύονταν σαν μία νοσηρή βεντάλια και σκέπαζαν πολλά κομμάτια της ζωής και της καθημερινότητάς της. Δεν μπορούσε επ ΄ ουδενί να μετακινηθεί μόνη: έπρεπε να την μεταφέρει κάποιος δικός της, συνήθως η αδερφή της, δεδομένο αρκετά εντυπωσιακό, ειδικά αν λάβει κανείς υπ΄ όψιν το ότι η δουλειά της απαιτούσε πολλές μετακινήσεις μέσα στη μέρα. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί μόνη της. Κοιμόταν με τη μητέρα, αλλά πολύ συχνότερα με την αδερφή της. Εξαίρεση σε αυτό το δεδομένο η διαμονή της στους πατρικούς παππούδες που πολλές φορές έμενε με την αδερφή της, κάποιες φορές όμως και μόνη. Δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο χωρίς να είναι κάποιος παρών. Έπρεπε να έχει μόνιμα μία πόρτα ανοικτή, να ακούει τη φωνή κάποιου κοντά της, να είναι μαζί με κάποιο στο ίδιο το μπάνιο.

Αυτή η νεαρή κοπέλα μέσα από τις περιγραφές της έδινε την εικόνα ενός παράξενου  αλλά και ελλιπούς παζλ που εξελισσόταν παράλληλα με την ψυχοθεραπεία μας. Δεν παρουσίαζε ψυχωτικά συμπτώματα, δεν είχε διαταραχές της σκέψης, δεν είχε ψευδαισθητικά βιώματα, είχε εργασία, είχε σύντροφο. Παρουσίαζε πολύ-πολύ άγχος, πολλές φοβίες, αποφυγές και κάποιους ψυχαναγκασμούς που φαίνονταν ατάκτως ειρημένοι, χωρίς προφανείς συνδέσεις. Η φαρμακευτική αγωγή που της συνεστήθη περιελάμβανε αγχολυτικό και αντικαταθλιπτικό SSRI (την ενδεδειγμένη πρώτη λύση για τη διαταραχή πανικού) και από τις πρώτες ημέρες είχε αρχίσει να δίνει καρπούς. Το παροξυσμικό άγχος άρχισε να μειώνεται και η Α άρχισε να ανταποκρίνεται καλύτερα και στο κομμάτι της ψυχοθεραπείας. Τα δύο βασικά της ειπωμένα άγχη, ο φόβος της εξόρυξης των ματιών και η ανησυχία ότι μπορεί να χάσει το μυαλό της είχαν μειωθεί σημαντικά, είχαν σχεδόν εκμηδενιστεί και αυτό την έκανε να νοιώθει πολύ καλύτερα. Η διερεύνηση των οικογενειακών σχέσεων δεν ήταν αποδοτική. Δεν ήταν φανερό αν η Α απέφευγε να σχολιάζει πράγματα ή αν δεν υπήρχαν πράγματα προς περαιτέρω διερεύνηση (πάντα υπάρχουν).

Σε εκείνο το σημείο η θεραπεία μας μετατοπίστηκε στη διερεύνηση της προσωπικής της σχέσης που περνούσε δυσκολίες. Ήταν με ένα νεαρό, με τον οποίο διατηρούσε μία σχέση 2 ετών (η Α τότε ήταν 22). Ο νέος αυτός εργαζόταν όπως και η Α, ήταν ανεξάρτητος και της είχε ζητήσει να μείνουν μαζί πριν λίγο καιρό. Αυτή είχε μπει σε μία διαδικασία μεγάλης αμφιθυμίας. Ο φίλος της περιγραφόταν ως ένας καλός και φιλότιμος άνθρωπος, ανεξάρτητος και φροντιστικός. Όμως ήταν αρκετά νευρικός και πολύ επίμονος. Για να συνεχίσουν τη σχέση τους ήθελε να μείνουν μαζί. Η Α δεν ένοιωθε έτοιμη. Δεν ήξερε αν ο σύντροφός της ήταν αυτό που ήθελε και δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της μαζί του στο μέλλον. Η αδερφή της δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις μαζί του και αυτό ήταν σημαντικό για την Α. Η Α έβλεπε ότι η αδερφή της δεν είχε ειπωμένο πρόβλημα, ήταν όμως τουλάχιστον επιφυλακτική με το φίλο της.

Αισίως πια είχαμε κλείσει κάποιους μήνες θεραπείας με την Α. Εντωμεταξύ, η ίδια είχε διακόψει τη σχέση με τον φίλο της, το άγχος είχε μειωθεί σημαντικά, ένοιωθε περισσότερο ασφαλής στην επαφή μας, ένοιωθε ότι είχε βοηθηθεί αρκετά. Οι φοβίες είχαν υφεθεί σημαντικά, όμως υπήρχαν. Το αγχολυτικό δεν είχαμε καταφέρει να το μειώσουμε καθόλου, παρόλες τις δικές μου παροτρύνσεις. Είχε κάνει μία καινούργια γνωριμία, που βρισκόταν στα πρώτα της βήματα και ήταν πολλά υποσχόμενη.

Κάποια στιγμή, σε κάποια από τις τότε  συναντήσεις μας η Α είχε πει κάτι σημαντικό: «Εύχομαι να μπορούσα να μείνω με το σύντροφό μου στο δικό μου σπίτι, νοιώθω όμως ότι δεν θα τα καταφέρω». Για εμένα αυτή η δήλωση είχε κομβική σημασία, ίσως και να είχα την αίσθηση ότι άκουσα τις λέξεις «στο δικό μου σπίτι» να χρωματίζονται με ιδιαίτερο τρόπο, ίσως με ακόμα πιο ψιθυριστικό, μυστικό τόνο.

Η δήλωση της Α όπως το εξέλαβα εγώ έδειχνε την επιθυμία της Α αλλά και μία άρρητη δέσμευση. Δέσμευση σε κάτι το οποίο δεν είχε ειπωθεί ακόμα, στο κομμάτι της ιστορίας που θα ολοκλήρωνε το παζλ.

Η επόμενη συνάντησή μας ήταν κατακλυσμιαία. Με τον ίδιο μειλίχιο, σιγανό και προσεκτικό τόνο της από τα πρώτα ακόμα λεπτά και στο πλαίσιο της διερεύνησης της επιθυμίας να ανεξαρτητοποιηθεί, της σχέσης της που τελείωσε, αυτής που ερχόταν και αυτής που πάντα προϋπήρχε (της οικογενειακής) αποφάσισα να τη ρωτήσω  «κάτι». Αυτό το «κάτι» αφορούσε την αδερφή της και το αν αυτή βίωνε άγχη, αν βίωνε φοβίες ή άλλα παράξενα πράγματα αντίστοιχα με την Α. Το αποτέλεσμα με εξέπληξε.

Από την παιδική της ηλικία η Β, μετά το θάνατο του πατέρα τους είχε ψευδαισθητικά βιώματα. Έβλεπε πολύ συχνά πεθαμένους ανθρώπους. Τους έβλεπε παντού. Στο μπάνιο, στο δωμάτιό τους, στις μετακινήσεις τους έξω στο δρόμο. Μιλούσε γι’ αυτούς στην Α, της έλεγε ότι την χρειαζόταν, ότι αυτό υποχωρεί μόνο όταν είναι και αυτή μαζί. Της περιέγραφε τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες: Στην αρχή η Α δεν κατανοούσε τη σημασία όλων αυτών. Έβλεπε την αδερφή της να ταλαιπωρείται, να της μιλά για πράγματα που η ίδια δεν αντιλαμβανόταν, που της προξενούσαν όμως ανείπωτο φόβο. Με το πέρασμα των ετών  η Α είχε αρχίσει να επηρεάζεται κατά ένα τρόπο που δεν κατανοούσε. Δεν ήξερε αν το υπερφυσικό βίωμα είναι πρόβλημα της αδερφής της ή αλήθεια. Η στενή τους σχέση, η εμπιστοσύνη που της είχε αλλά και ορισμένα περιστατικά συμπτώσεων την οδηγούσαν να κλίνει προς το δεύτερο, ότι όλα αυτά ήταν αληθινά. Η ίδια η Α δεν είχε παρουσιάζει ποτέ κάποια παραίσθηση ή κάποιο ψευδαισθητικό βίωμα. Η Β, όπως και η Α ήταν άνθρωπος οργανωμένος. Πολύ φροντισμένη, πολύ περιποιημένη, εξαιρετικά καλή στην επαφή, αν και πάντα επιφυλακτική.

Με το πέρασμα των ετών αυτή η κατάσταση άρχισε να πιέζει περισσότερο την Α. Φοβόταν πάρα πολύ κυρίως κατά τις βραδινές ώρες γιατί υπήρχαν περιπτώσεις που η Β έβλεπε πεθαμένους στο δωμάτιό τους. Τότε η Α έμενε γαντζωμένη πάνω της προσπαθώντας να διώξει με αυτό τον τρόπο την υπερφυσική επίδραση. Είχε πειστεί ότι η αδερφή της έχει κάποιο «καταραμένο» χάρισμα το οποίο θα τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Η αδερφή της τη χρειαζόταν, αυτές οι εμπειρίες είχαν παίξει καταλυτικό ρόλο στη σχέση τους και στην ανάγκη τους για εγγύτητα.

Η μητέρα τους ήταν ο μόνος άλλος άνθρωπος που ήταν ενήμερος αυτής της κατάστασης. Από την πλευρά της  την αντιμετώπιζε με στωικότητα, απλά αποδεχόμενη ότι μετά το πλήγμα της απώλειας του συζύγου θα έπρεπε να έχει και ένα παιδί που έχει υπερφυσικές εμπειρίες. Αυτές τις εμπειρίες η ίδια η μητέρα αδυνατούσε να τις εντάξει κάπου (ενδεχομένως τις φοβόταν και/ή  δεν μπορούσε να τις διαχειριστεί;) επιλέγοντας να προσπαθήσει να κρατήσει την  ισορροπία μέσω της στροφής σε μια οικογένεια που έπρεπε να μείνει πια αδιάρρηκτη και μίας ανάγκης (ανάγκης ανακούφισης) που θα καλυπτόταν εκ των έσω (με την αλληλουποστήριξη των γυναικών αυτών-πράγμα που είχε όμως ως αποτέλεσμα απλά ένα γαϊτανάκι άγχους).

Οι φόβοι που στην αρχή εξέφραζε η Α ως βασικές της ενοχλήσεις,  μετά την αποκάλυψη του  «κλειδιού» του μυστηρίου ήταν οι φόβοι ή καλύτερα τα άγχη που θα είχα και εγώ, ενδεχομένως και οποιοσδήποτε άλλος στη θέση της Α. Αν το άγχος είναι η εκδήλωση της αρνητικής προσδοκίας του μέλλοντος, το μέλλον έφερνε μαζί του το αρνητικό ενδεχόμενο και η Α κάποια στιγμή να δει πεθαμένους ανθρώπους μπροστά της όπως και η αδερφή της.

Η Β ενδεχομένως ως μεγαλύτερη αναλάμβανε στωικά όλο αυτό το συνταρακτικό βίωμα της σήψης και του υπερφυσικού, η Α όμως καταλάβαινε πως δεν θα άντεχε όλο αυτό το βάρος (και αυτό είναι αλήθεια την κρατούσε σχετικά υγιή, με συνέπεια να εκφράζει συμπτώματα ελάσσονος ψυχοπαθολογίας. Αυτά τα συμπτώματα ενδεχομένως αποτελούσαν βαλβίδα εκφόρτισης του μεγάλου της άγχους, πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει επιτυχώς η αδερφή της). Θα ήταν ίσως φυσική αντίδραση η τάση/σκέψη του ανθρώπου μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο  (να βλέπει νεκρούς ανθρώπους) να βγάλει τα μάτια του, να αποφύγει πάση θυσία αυτή την εμπειρία. Αν όμως δεν προλάβαινε ή δεν άντεχε η Α να το πραγματοποιήσει αυτό, τότε θα ερχόταν το δεύτερο μεγάλο άγχος: Αν δεν κατάφερνε να ακυρώσει με κάποιο τρόπο την όρασή της και της συνέβαινε κάποια υπερφυσική εμπειρία, αυτό πια θα σήμαινε κάτι ακόμα χειρότερο. Θα σήμαινε ότι είχε χάσει το μυαλό της.

Αντ’ αυτού του μεγάλου άγχους η Α επέλεξε τον τρίτο δρόμο: αυτό της αναζήτησης βοήθειας εκτός της οικογένειας, απομακρυνόμενη από αυτό που διαισθανόταν ότι δεν είναι η καταραμένη της κληρονομιά αλλά ένα ιατρικό πρόβλημα. Ενώ το ψευδαισθητικό βίωμα της Β λειτουργούσε ως «κόλλα» της οικογένειας και προκαλούσε δυνάμεις στροφής προς τα «ἐσω», οι κρίσεις πανικού είχαν τον αντίθετο ρόλο, την «ηχηρή» αν μη τι άλλο ανάδειξη των συμπτωμάτων (στροφή προς τα έξω και αναζήτηση βοήθειας).

Το σημαντικό ενδιαφέρον της Α για την μητέρα και την αδερφή της αποτελούσαν μόνιμη δέσμευσή της. Η μόνη της αποσυμπίεση ήταν το σπίτι των πατρικών παππούδων, ο μόνος χώρος που μπορούσε να υπάρξει εντός της στενής οικογένειας και να αποτελεί αποδεκτή λύση, τόσο για τις άλλες δύο γυναίκες όσο και για τον εαυτό της. Ο σύντροφός της παρόλο που τη διεκδικούσε δεν είχε καταφέρει να την κερδίσει ολοκληρωτικά, να την τραβήξει έξω από αυτό το οικογενειακό «παιχνίδι» και να την ανακουφίσει. Αυτή η κατάσταση με τον τρόπο που εξελισσόταν αποτελούσε τη σταγόνα προκάλεσε και την υπερχείλιση του άγχους της Α και αποτέλεσε την αρχή των κρίσεων πανικού.

Η αποκάλυψη του πολύτιμου «κλειδιού» αυτής της βαθιά συνταρακτικής ιστορίας εξελίχθηκε σε χρονικό διάστημα τριών συναντήσεων. Σε κάθε μία που περνούσε, η Α έδειχνε λιγότερο αγχωμένη, περισσότερο όμως καταθλιπτική και απογοητευμένη. Τώρα όμως πίστευα ότι ήξερα το γιατί. Ένοιωθε ότι είχε προδώσει την οικογένειά της, ότι είχε εξωτερικεύσει το μυστικό που την ταλαιπωρούσε.

Αυτό ήταν όπως το βλέπω σήμερα ένα δεύτερο σημείο καμπής στη θεραπεία και πολύ σημαντικό θεραπευτικό δίλημμα, το τί έπρεπε πια να κάνω εγώ για να βοηθήσω την Α. Θα έπρεπε να προσπαθήσω να διατηρήσω μία συμμαχία με το σύστημα (που διατηρούσε ασταθή/παθολογική ισορροπία) και τον τρόπο που λειτουργούσε έως τότε, περιμένοντας ενδεχομένως κάποιες μικρές ευκαιρίες για τις όποιες παρεμβάσεις μου ή έπρεπε να αντιπαρατεθώ στο οικογενειακό «παιχνίδι» έχοντας να αντιμετωπίσω το οικογενειακό συγκοίτιο;

Αυτό που επέλεξα ήταν με πολύ προσεκτικό και διακριτικό τρόπο, ανάλογο με το «ψιθύρισμα» της Α να αναπλαισιώσω ότι είχε συμβεί και να συμμαχήσω με τον υγιή εαυτό της.

Απέναντί μου είχα δύο πολύ προβληματικά άκρα. Από το ένα άκρο μία πολύ στενή, συμβιωτική, απαιτητική και παθολογική σχέση η οποία θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαταραχθεί. Από την άλλη, την ανάδειξη του προφανούς στον εξωτερικό παρατηρητή προβλήματος. Ότι δηλαδή η Β που είχε μεσολαβήσει για να ξεκινήσει η θεραπεία της Α ήταν αυτή που στην πραγματικότητα χρειαζόταν τη θεραπεία και που αν το έκανε αυτό, το πρόβλημα της Α ενδεχομένως να λυνόταν αυτοδικαίως (λαμβάνοντας πάντα υπ’όψιν τη διαρκή επιβάρυνση όλων των προηγούμενων ετών, αλλά και την εγωδυστονική αντίδραση της Α σε αυτή την κατάσταση με την εκδήλωση μίας  «αρρώστιας» όσο πιο ήπιας γινόταν, με ταυτόχρονη όμως  ανάπτυξη «ηχηρών» συμπτωμάτων άγχους).

Επέλεξα να προσπαθήσω να διαχωρήσω τα προβλήματα. Να βοηθήσω την Α να κατανοήσει τη σημασία των συμπτωμάτων της. Να την ενισχύσω στην προσπάθειά της στην καινούργια σχέση της και να αποσυνδέσω την παθολογία της αδερφής της από οποιαδήποτε πιθανότητα εμφάνισής της και στην ίδια. Αυτό το τελευταίο φάνηκε να την βοηθά σε μεγάλο βαθμό. Παρόλα αυτά η ίδια η θλίψη της για τις τρεις αυτές συνεδρίες δεν φάνηκε να μειώνεται. Είχε όμως πια κάποια από αυτά τα εργαλεία που χρειαζόταν. Σταδιακά η ψυχοθεραπεία σταμάτησε, με ένα τρόπο όχι προσυμφωνημένο. Τα ραντεβού αραίωσαν, και υπήρχε πια περιστασιακή επικοινωνία για μία έξαρση του άγχους εδώ μία μικρή προβληματική περίοδο εκεί. Η επικοινωνία μας παρέμενε κατά βάση τηλεφωνική και με τον καιρό αραίωσε περισσότερο, όμως η γενική αίσθηση ήταν αυτή μίας βελτιούμενης κατάστασης υπό φαρμακευτική αγωγή. Τελικά λίγο αργότερα η επικοινωνία μας διεκόπη πλήρως, για διάστημα περίπου ενός χρόνου.

Κάποια στιγμή η Α ζήτησε ένα νέο ραντεβού. Από τη μία πλευρά ανησύχησα, γιατί δεν ήξερα τι τροπή μπορεί να έχουν πάρει τα πράγματα. Από την άλλη χάρηκα, γιατί θεώρησα ότι η Α δεν είχε χάσει την εμπιστοσύνη της σε εμένα, παρόλο το μη δομημένο τρόπο διακοπής των συναντήσεών μας.

Ευτυχώς η ανησυχία μου κατευνάστηκε με τη συνάντησή μας. Η Α είχε ακολουθήσει εξαιρετική πορεία. Είχε εστιάσει στη σχέση της, όπως και η αδερφή της σε μία καινούργια σχέση (φίλο του συντρόφου της Α). Είχε μετακομίσει στο σπίτι του συντρόφου της σε μία περιοχή της Αθήνας αρκετά μακριά από το πατρικό της. Επισκεπτόταν συχνά τους δικούς της. Οδηγούσε μόνη της, έμενε άνετα μόνη της στο σπίτι, έκανε μόνη μπάνιο, είχε αρχίσει να νοιώθει πολύ πιο άνετα με τον εαυτό της. Οι φόβοι και τα άγχη της είχαν υποχωρήσει αρκετά, η ανάγκη του αγχολυτικού είχε πια ελαχιστοποιηθεί. Ήταν γλυκιά όπως πάντα, τώρα πια όμως αρκετά πιο χαρούμενη και γελαστή.

Κάποια στιγμή τη ρώτησα για εκείνες τις τρεις συνεδρίες μας. Μου απάντησε ότι είχε στεναχωρηθεί πάρα πολύ με την ανάδειξη του προβλήματος της αδερφής της και ότι χρειαζόταν χρόνο να μεταβολίσει αυτή τη στεναχώρια. Από εκείνη την εποχή η αδερφή της για κάποιο λόγο έπαψε να της μεταφέρει τις εμπειρίες της, έπαψαν πια να συζητούν γι’ αυτά. Ίσως να άφησε να εννοηθεί ότι εντωμεταξύ άλλαξε σταδιακά και η δική της στάση. Η Α δεν ήξερε αν υπήρχαν πιά ψευδαισθητικά βιώματα στη Β, αν είχε λάβει βοήθεια γι ΄αυτά ή όχι, φαινόταν να μην θέλει να ξέρει. Είχε πια αποφασίσει να προχωρήσει.

Αυτή η τελευταία μας συνάντηση μου δημιούργησε μία γλυκιά και ευχάριστη αίσθηση. Όπως τη νοηματοδοτώ εγώ,  ήταν μία αναμνηστική συνάντηση που η Α ήθελε να μοιραστεί την καλή εξέλιξη της πορείας της και να ολοκληρώσει ένα κύκλο. Προφανώς είχε νοιώσει το ενδιαφέρον μου και την προσπάθειά μου να τη βοηθήσω και ήθελε να το ανταποδώσει. Αυτό ήταν το  δικό της δώρο σ’ εμένα.-

Μοιραστείτε!

Το στίγμα για το ψυχικό πρόβλημα

Stigma12

 

«Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», έλεγε συχνά και υποθέτω πως λέει ακόμα στα μαθήματα ψυχοφαρμακολογίας ο Μπάμπης Τουλούμης, ένας εξαιρετικά ευρυμαθής και μεταδοτικός δάσκαλος της Ψυχιατρικής, δανειζόμενος τη ρήση του Αντισθένη. Μιλώντας λοιπόν για το στίγμα καλό θα ήταν να περιγραφούν κάποιοι όροι και οι σχετικές με τη συζήτηση έννοιες.

Το στίγμα ουσιαστικά περιγράφει μία διαδικασία κατά  την οποία άτομα ή/και ομάδες αδικαιολόγητα θεωρούνται ως ντροπή για την κοινωνία, αποκλείονται και υφίστανται διακρίσεις. Η διάκριση περιλαμβάνει  οποιοσδήποτε διαχωρισμό, αποκλεισμό ή προτίμηση, που συνεπάγεται επίδραση στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων. Το στίγμα και οι διακρίσεις εκφράζουν απορριπτική συμπεριφορά της παρεκκλίνουσας από τη νόρμα συμπεριφοράς.

Η ιστορία του στίγματος δεν είναι κάτι πρόσφατο για τους ανθρώπους. Στο βιβλίο της Γένεσης περιγράφεται το πώς ο Θεός τοποθέτησε σημάδι στον Κάιν για να τον «στιγματίσει» ως τον πρώτο δολοφόνο της αρχαιότητας. Αργότερα, το στίζειν σηματοδοτούσε την τοποθέτηση ενός σημαδιού στους σκλάβους για να αναγνωρίζεται η θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία και να φαίνεται η μικρή τους αξία, το γεγονός δηλαδή ότι ήταν αναλώσιμοι και ασήμαντοι. Στα χρόνια του Μεσαίωνα, η αναζήτηση στιγμάτων και άλλων δερματικών αλλοιώσεων έλαβε επιπλέον σημασία με αποτέλεσμα να ερμηνεύεται ως σημάδι διαβολικής και μαγικής επίδρασης. Αυτοί που έφεραν τέτοια στίγματα θεωρούνταν σύμμαχοι του κακού και πολλές φορές κατηγορούνταν, βασανίζονταν ή/και θανατώνονταν. Με στίγματα επίσης «σημαδεύονταν» οι εγκληματίες για να είναι εύκολα εντοπίσιμοι.

Η διαδικασία της στιγματοποίησης όπως την αντιλαμβανόμαστε στις μέρες μας  περιλαμβάνει 2 στοιχεία: το πρώτο είναι η  αναγνώριση ενός σημείου που διαφοροποιεί ή διακρίνει  από αυτό που θεωρείται αποδεκτό, συνηθισμένο, λειτουργικό, συχνό. Το δεύτερο είναι η επαγόμενη απαξίωση του ατόμου, με φυσική συνέπεια τη μη προτίμησή του ή το διαχωρισμό του από παροχές, προνόμια  ή και τον αποκλεισμό του από την  απλή συμμετοχή στα ζητήματα της κοινότητας που ανήκει.

Οι αιτίες του στίγματος ποικίλουν:

Πολλές φορές φοβόμαστε αυτό που δεν κατανοούμε.

Για παράδειγμα,  οι άνθρωποι στην αρχαιότητα αγνοούσαν τις φυσικές αιτίες των καιρικών φαινομένων. Τα ίδια τα φαινόμενα τους προκαλούσαν δέος, γι’ αυτό και τα απέδιδαν σε θεϊκή παρέμβαση (κεραυνός ως μεσολαβητής θυμού του Δία). Η άγνοια λοιπόν είναι ένας παράγοντας που προάγει τη διαδικασία της στιγματοποίησης. Η προκατάληψη επίσης. Η προκατάληψη έχει να κάνει με προδιαμορφωμένες πεποιθήσεις του ατόμου που έχουν ως αποτέλεσμα αρνητικά συναισθήματα, όπως είναι η απόρριψη και η περιφρόνηση.

Συνέπεια των προηγουμένων είναι η δημιουργία του αισθήματος του φόβου. Φόβου επικείμενης μόλυνσης, κινδύνου, βίας και απειλής. Φυσικά η πραγματικότητα μπορεί να απέχει πολύ από το αντικείμενο της ανησυχίας  και του φόβου.

Πολλές φορές η στιγματοποίηση εμπεριέχει και την έννοια του δευτερογενούς οφέλους για αυτόν που στιγματοποιεί , είτε είναι άτομο είτε ομάδα. Στόχος  είναι η εκπλήρωση ψυχολογικών αναγκών και η απόκτηση πλεονεκτημάτων, κυρίως οικονομικών. Μπορεί δηλαδή μία ομάδα να στιγματίζει μία άλλη με σκοπό να προκαλέσει την αποσταθεροποίηση ή τη διάλυσή της, αναλαμβάνοντας εκ των υστέρων τα όποια οφέλη από αυτή την κατάσταση.

Εναλλακτικά μπορεί ένα άτομο να στιγματίζει ένα άλλο για να δέχεται (το ίδιο) την προτίμηση του περιβάλλοντος, την όποια κοινωνική χρηματική ή συναισθηματική απολαβή.

Η σχιζοφρένεια είναι η ψυχική νόσος που φέρει το μεγαλύτερο βάρος στιγματοποίησης, είναι δε επενδυμένη με πολλά στερεότυπα, προκαταλήψεις και μυθώδη δημιουργήματα, που συντελούν στη δημιουργία μίας κατάστασης με πολλά ανακριβή στοιχεία, με επικρατούντα κυρίως αυτά του φόβου της βίας και της επικείμενης απειλής. Σε αυτή τη διαδικασία εκτός από το άτομο πολλές φορές στιγματοποιείται και το οικείο του περιβάλλον ως φορέας, αλλά και κοινωνός της ασθένειας.

Εκτός από τη στιγματοποίηση από τους άλλους, υπάρχει και το φαινόμενο της αυτοστιγματοποίησης, όπου το άτομο στιγματοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό.  Αυτή είναι μία διαδικασία κατά την οποία αναδύεται η  υποκειμενική αντίληψη του ανθρώπου ότι διαφέρει από τους άλλους με ένα τρόπο αρνητικό ότι δεν του αξίζει να προτιμηθεί, να συμμετέχει ή να απολαύσει αυτά που απολαμβάνουν και οι γύρω του.

Συχνά στο στίγμα συμβάλλουν/συμμετέχουν και οι επαγγελματίες υγείας,  με την απρόσεκτη χρήση διαγνωστικής ετικέτας. Σε αυτές τις περιπτώσεις εκφράζουν και  δικούς τους φόβους και ανησυχίες (τί να τα κάνεις εσύ αυτά τα ψυχιατρικά φάρμακα, είναι βαριά-ξεπέρασέ το μόνος σου/ θα έλεγαν το ίδιο και για οποιοδήποτε άλλο σωματικό πρόβλημα;) και/ή  θυμώνουν γιατί η δουλειά τους μπορεί να δυσκολεύεται (πολλές φορές σημειώνουν «δε συνεργάζεται» για τον ασθενή που κατηγοριοποιείται σε συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ομάδα)

Τρεις είναι οι κύριες στρατηγικές για τη μείωση του στίγματος και την άμβλυνση των στερεοτύπων:

Η πρώτη είναι η διαμαρτυρία (για ανακριβείς αναπαραστάσεις/ΜΜΕ). Είναι εξαιρετικής σημασίας να δίδεται η δέουσα προσοχή στον τρόπο με τον οποίο σχολιάζεται/ παρουσιάζεται αλλά και αναφέρεται η ψυχική νόσος.

Η δεύτερη είναι η εκπαίδευση/ενημέρωση (για παροχή έγκυρης πληροφόρησης και τις αλήθειες της ψυχικής νόσου, αλλά και την διάψευση των όποιων λανθασμένων απόψεων/αστικών μύθων/στάσεων που υπάρχουν εγκατεστημένες).

Η τρίτη στρατηγική είναι η επαφή (με συναντήσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας και σε  ψυχικά πάσχοντες) με σκοπό την έκθεση των μελών αυτών με βιωματικό τρόπο στην ψυχική νόσο του συνανθρώπου τους.

Είναι σημαντικό να μην ξεχνούμε πως πολλές φορές δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι, τα βλέπουμε όπως είμαστε εμείς!

Μοιραστείτε!