ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΡΟΦΗΣ

Τα προβλήματα αυτά χαρακτηρίζονται από διαρκή στο χρόνο διαταραχή της πρόσληψης τροφής ή διαταραχή της συμπεριφοράς που σχετίζεται με τη λήψη τροφής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεταβολές στην κατανάλωση ή την απορρόφηση τροφών με συνέπεια σημαντικές διαταραχές στη φυσική υγεία του ατόμου ή την ψυχοκοινωνική του λειτουργικότητα. Μερικά άτομα με τέτοιες διαταραχές αναφέρουν συμπτώματα σχετιζόμενα με τη λήψη τροφής που θυμίζουν αυτά των ατόμων σε χρήση ουσιών όπως είναι η συμπεριφορά αναζήτησης και πρότυπα καταναγκαστικής χρήσης. Οι ομοιότητες αυτές μπορεί να αντανακλούν την συμμετοχή κοινών νευρωνικών κυκλωμάτων, όπως είναι αυτά που συμμετέχουν στον αυτοέλεγχο και στην διαδικασία της ανταμοιβής. Οι βασικότερες διαταραχές αυτής της οικογένειας προβλημάτων είναι η πίκα, η νευρογενής (ψυχογενής) ανορεξία και η νευρογενής (ψυχογενής) βουλιμία.


Πίκα (Αλλοτριοφαγία)

Είναι η εμμένουσα βρώση μη θρεπτικών ουσιών που δεν συνιστούν τροφή, για σημαντική χρονική περίοδο. Είναι μία συμπεριφορά που είναι ξεκάθαρα αναντίστοιχη με το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου (δηλαδή δεν αφορά ένα μωρό το οποίο βάζει στο στόμα του και καταπίνει ένα αντικείμενο, π.χ ένα κουμπί). Επίσης, η εν λόγω συμπεριφορά δεν σχετίζεται με καθημερινές πρακτικές που να σχετίζονται με την επικρατούσα κουλτούρα. Κάποιες φορές η διαταραχή της πρόσληψης τροφής προκύπτει στο πλαίσιο κάποιας άλλης ψυχιατρικής διαταραχής (π.χ. νοητική υστέρηση, αυτισμός). Τα αντικείμενα που μπορεί να τρώει το άτομο ποικίλουν και μπορεί να περιλαμβάνουν σαπούνι, χαρτί, μαλλιά, βαμβάκι, κιμωλία, τάλκ, μπογιές, τσίχλες, μέταλλα, κάρβουνο, πάγο κ.ο.κ. Συνήθως δεν υπάρχει απέχθεια προς το φαγητό. Είναι συχνό φαινόμενο η πίκα να διαγιγνώσκεται στο πλαίσιο ιατρικών επιπλοκών, όπως είναι εντερικά προβλήματα (ιλεός, διάτρηση εντέρου κ.ο.κ.), δηλητηρίασης (π.χ από μόλυβδο) ή λοιμώξεων (από βρώση χώματος).  Η πίκα συνήθως προκύπτει σε άτομα με νοητική υστέρηση, μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε άλλες καταστάσεις, όπως είναι η διάρκεια της εγκυμοσύνης.


Νευρική ανορεξία

Η νευρική ανορεξία είναι μία διαταραχή που αφορά στον περιορισμό της αναγκαίας θερμιδικής πρόσληψης σε σχέση με τις ανάγκες του οργανισμού, με συνέπεια την σημαντική μείωση του βάρους σε σχέση με την ηλικία, το φύλο, την αναπτυξιακό στάδιο και τη φυσική υγεία. Η σημαντική μείωση του βάρους είναι πέραν του ελάχιστου φυσιολογικού για την ηλικιακή ομάδα. Επίσης η ανορεξία περιλαμβάνει έντονο φόβο για την αύξηση βάρους ή συνεχιζόμενη συμπεριφορά η οποία έχει σχέση με τη μείωση του σωματικού βάρους ακόμα και όταν το άτομο έχει ελλειμματικό βάρος.

Παρουσίαση

Η ανορεξία εμφανίζεται στο 0,4% των νεαρών κυρίως κοριτσιών. Λιγότερα είναι γνωστά για την εμφάνιση στους άρρενες, όμως η ανορεξία είναι σίγουρα λιγότερο συχνή περίπου κατά 10 φορές σε σχέση με τις γυναίκες. Η ανορεξία τυπικά ξεκινά στη διάρκεια της εφηβείας ή κατά την πρώιμη ενηλικίωση. Η εμφάνισή της για πρώτη φορά είναι σπάνια πριν την εφηβεία ή μετά την ηλικία των σαράντα ετών, αν και έχουν περιγραφεί και τέτοια περιστατικά. Η έναρξη συνήθως σηματοδοτείται από κάποιο στρεσογόνο γεγονός ζωής όπως είναι η φυγή από το σπίτι για έναρξη σπουδών. Η πορεία και η έκβαση της διαταραχές είναι ποικίλη. Τα νεότερα άτομα μπορεί να παρουσιάζουν άτυπα χαρακτηριστικά, όπως την άρνηση του φόβου του πάχους. Τα άτομα με μεγαλύτερη ηλικία τυπικά παρουσιάζουν μεγαλύτερη διάρκεια στη διαταραχή και η κλινική παρουσίαση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα συμπτώματα που δείχνουν χρονιότητα της διαταραχής. Το ποσοστό θανάτων από ανορεξία είναι 5% ανά δεκαετία και σχετίζεται πιο συχνά με επιπλοκές παθολογικών προβλημάτων που απορρέουν από τη διαταραχή.

Χαρακτηριστικά

Η διαταραχή αυτή περιλαμβάνει και διαταραχή της αντίληψης του σωματικού βάρους ή διαταραχή της αντίληψης του σχήματος του σώματος ή εμμονή στην έλλειψη αναγνώρισης της σοβαρότητας του χαμηλού παρόντος σωματικού βάρους. Υπάρχουν δύο τύποι, ο περιοριστικός όπου το άτομο περιορίζει δραστικά την πρόσληψη θερμίδων συνδυασμένος με εντατική γυμναστική και ο υπερφαγικός/καθαρτικός τύπος (με επεισόδια υπερφαγίας και χρήση καθαρτικών, διουρητικών, κλυσμάτων). Δεν είναι σπάνιο ένα άτομο να παρουσιάζει περιόδους όπου μπορεί να έχει και τις δύο συμπεριφορές.

Η βαρύτητα του προβλήματος καθορίζεται από το δείκτη BMI (body-mass index), που είναι ο λόγος του βάρους μετρημένου σε χιλιόγραμμα (κιλά) προς το ύψος του ατόμου στο τετράγωνο. Η βαρύτητα αυξάνει όταν αυξάνονται τα κλινικά συμπτώματα, όταν υπάρχει  ανάγκη κλινικής παρακολούθησης και όταν αυξάνεται ο βαθμός λειτουργικής ανικανότητας.

Ήπια ανορεξία: BMI >17

Μέτρια: ΒΜΙ 16-17

Βαριά: ΒΜΙ 15-16

Εξαιρετικά βαριά: ΒΜΙ <15

Τα τρία χαρακτηριστικά της νευρικής ανορεξίας περιλαμβάνουν την εμμονή στον περιορισμό των θερμίδων, το έντονο άγχος/φόβο ότι το άτομο μπορεί να αυξήσει το σωματικό του βάρος ή μία σταθερά δυσλειτουργική συμπεριφορά που μπορεί να εμπλέκεται (όπως φαντάζεται το άτομο με ανορεξία) στην αύξηση βάρους. Παρατηρείται επίσης διαταραχή στον τρόπο που αντιλαμβάνεται το βάρος του ή την εικόνα του σώματός του.

Συνοδά φαινόμενα στην ανορεξία

Η ημιασιτία της ανορεξίας και οι καθαρτικές συμπεριφορές μπορεί να σχετίζονται με σοβαρές παθολογικές καταστάσεις που μπορεί να απειλήσουν και τη ζωή του ατόμου. Η έλλειψη θρεπτικών συστατικών μπορεί να επηρεάσει τα περισσότερα οργανικά συστήματα και μπορεί να προκαλέσει πληθώρα διαταραχών. Συχνή είναι η αμηνόρροια και διαταραχές των ζωτικών σημείων (αρτηριακή πίεση, σφίξεις κ.ο.κ). Κάποιες ανισορροπίες που δημιουργούνται σε θρεπτικά συστατικά είναι πλήρως αναστρέψιμες, ενώ κάποιες άλλες όπως είναι απώλεια πυκνότητας οστικής μάζας δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα. Όταν υπαρχει σημαντική μείωση του σωματικού βάρους άτομα με ανορεξία παρουσιάζουν καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως είναι καταθλιπτική διάθεση, κοινωνική απόσυρση, ευερεθιστότητα, αϋπνία και μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον. Αυτά τα χαρακτηριστικά παρατηρούνται όχι μόνο σε άτομα νευρική ανορεξία, αλλά και σε άτομα που είναι υποσιτισμένα, άρα μπορεί να αποτελούν φυσιολογικές συνέπειες του υποσιτισμού. Εφόσον είναι επαρκούς βαρύτητας τα συμπτώματα αυτά δικαιολογούν και την επιπλέον διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής.

Συχνά είναι σε αυτή τη διαταραχή και τα ιδεοψυχαναγκαστικά-καταναγκαστικά χαρακτηριστικά, που μπορεί να σχετίζονται ή και να είναι ανεξάρτητα με την πρόσληψη τροφής. Τα περισσότερα άτομα με ανορεξία παρουσιάζουν έντονη ενασχόληση με ιδέες σχετικές με την τροφή. Μερικοί συλλέγουν συνταγές ή αποθησαυρίζουν τροφές. Παρατηρήσεις σε άλλες περιπτώσεις υποσιτισμού δείχνουν ότι η ασιτία και εδώ προκαλεί έξαρση αυτών των ιδεών. Αν τα άτομα αυτά παρουσιάζουν ιδεοψυχαναγκασμούς –καταναγκασμούς που δεν σχετίζονται με την τροφή, με το σώμα και την εικόνα του ή με το βάρος τότε μπορεί να τίθεται  και η διάγνωση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής ως ξεχωριστής κλινικής οντότητας.

Μαζί με την ανορεξία παρατηρείται και δυσκολία στο να τρώει το άτομο σε δημόσιους χώρους, αισθήματα ανεπάρκειας, δυνατή επιθυμία ελέγχου του περιβάλλοντος, άκαμπτος τρόπος σκέψης, περιορισμένη συναισθηματική έκφραση.

Μία υποκατηγορία ανορεξικών επιδεικνύουν υπερβολική σωματική δραστηριότητα. Τέτοιες αυξήσεις της δραστηριότητας συχνά προηγούνται της έκφρασης της διαταραχής και κατά τη διάρκεια της επιδείνωσης της διαταραχής η αυξημένη δραστηριότητα επιταχύνει την απώλεια βάρους.


Νευρογενής βουλιμία

Η εμφάνιση της βουλιμίας είναι στο 0,5-1,5% του πληθυσμού για διάστημα ενός έτους. Τυπικά η έναρξη της διαταραχής είναι στην εφηβεία η στην αρχή της ενήλικης ζωής. Το επεισόδιο υπερφαγίας τυπικά παρουσιάζει έναρξη κατά τη διάρκεια δίαιτας. Η βίωση πολλαπλών στρεσογόνων γεγονότων επίσης μπορεί να σηματοδοτήσει την έναρξη της βουλιμίας. Η διαταραχή της πρόσληψης τροφής μπορεί να διαρκέσει τουλάχιστον για διάστημα αρκετών ετών. Η βουλιμία παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο θνητότητας που μπορεί να είναι κοντά στο 2% ανά δεκαετία.

Χαρακτηριστικά

Τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της νευρογενούς βουλιμίας είναι τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας, οι επαναλαμβανόμενες ακατάλληλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές με σκοπό την πρόληψη της αύξησης του σωματικού βάρους και αυτοαξιολόγηση που επηρεάζεται σημαντικά από το σχήμα και το βάρος του σώματος. Τα επεισόδια είναι συχνότερα του ενός ανά εβδομάδα και διαρκούν για σημαντικό χρονικό διάστημα, π.χ περισσότερο από τρεις μήνες.

Το επεισόδιο υπερφαγίας ορίζεται ως η κατανάλωση σε μία διακριτή χρονική περίοδο μίας ποσότητας φαγητού η οποία είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερη από αυτή που θα έτρωγαν τα περισσότερα άτομα σε αντίστοιχη χρονική περίοδο κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Οι συνθήκες όπου συμβαίνει αυτό μπορεί να επηρεάσουν την κρίση του αν η πρόσληψη είναι υπερβολική ή όχι. Για παράδειγμα η ποσότητα του φαγητού που μπορεί να θεωρείται υπερβολική για ένα τυπικό γεύμα μπορεί να είναι αποδεκτή ως ποσότητα φαγητού σε μία εορτή ή σε ένα γεύμα διακοπών. Η διακριτή χρονική περίοδος συνήθως είναι μικρότερη των δύο ωρών. Ένα μοναδικό επεισόδιο υπερφαγίας δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει μόνο σε ένα εντοπισμένο περιβάλλον. Για παράδειγμα ένα άτομο μπορεί να ξεκινήσει την υπερφαγία σε ένα εστιατόριο και να τη συνεχίσει στο σπίτι.

Το συνεχές “τσιμπολόγημα” μικρών ποσοτήτων φαγητού κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν θεωρείται υπερφαγία. Μαζί με τη λήψη υπερβολικών ποσοτήτων φαγητού απαραίτητη στην υπερφαγία είναι και η αίσθηση της απώλειας ελέγχου. Τέτοια ένδειξη είναι η αδυναμία διακοπής της υπερφαγίας. Ο τύπος του φαγητού που καταναλώνεται τυπικά ποικίλλει και είναι διαφορετικός για κάθε άτομο. Συνήθως δεν διαφαίνεται κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο αναπλήρωσης ενός θρεπτικού συστατικού με την υπερφαγία. Μία παρατήρηση είναι ότι τείνουν να καταναλώνονται τροφές που υπό κανονικές συνθήκες θα αποφεύγονταν.

Τα άτομα με νευρογενή βουλιμία τυπικά ντρέπονται για τα προβλήματα τους και τυπικά επίσης προσπαθούν να τα καλύπτουν. Τα επεισόδια υπερφαγίας συνήθως συμβαίνουν εν κρυπτώ. Η υπερφαγία συνεχίζεται έως ότου το άτομο να αισθανθεί υπέρπληρες νιώθοντας ακόμη και πόνο, με το πιο συχνό αποτέλεσμα είναι αρνητικό συναίσθημα. Άλλοι παράγοντες που πυροδοτούν τέτοιες καταστάσεις είναι διαπροσωπικοί ψυχοπιεστικοί παράγοντες, διαιτητικός περιορισμός, αίσθημα απώλειας ενδιαφέροντος, αρνητικά συναισθήματα σχετικά με το σχήμα του σώματος, το βάρος και το φαγητό.  Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της βουλιμίας είναι η επαναλαμβανόμενη χρήση ακατάλληλων αντισταθμιστικών συμπεριφορών. Ο έμετος που είναι η συχνότερη από αυτές τις συμπεριφορές, έρχεται να ανακουφίσει το άτομο και πολλές φορές εξελίσσεται ο ίδιος σε στόχο. Δηλαδή το άτομο τρώει έως ότου κάνει έμετο ή κάνει έμετο ακόμα και με μικρές ποσότητες φαγητού. Τα άτομα πολλές φορές μπορεί να χρησιμοποιούν υποβοηθούμενες τεχνικές έμετου, όπως είναι η χρήση δακτύλων στο στόμα, σιροπιών που προκαλούν έμετο, τη χρήση διουρητικών ή προκινητικών του εντέρου. Άλλες φορές χρησιμοποιούν υποκλυσμούς ή λαμβάνουν θυρεοειδική ορμόνη για να απολέσουν βάρος. Κάποιες φορές μπορεί να γυμνάζονται υπερβολικά ή εφόσον παρουσιάζουν σακχαρώδη διαβήτη να λαμβάνουν μικρότερη δόση ινσουλίνης προκειμένου να προλαμβάνουν την εναπόθεση λίπους.

Τα άτομα με νευρογενή βουλιμία δείχνουν υπερβολική έμφαση στο σχήμα του σώματος ή στο βάρος τους κατά την αυτοκριτική τους και αυτοί οι παράγοντες είναι εξαιρετικά σημαντικοί για την αυτοεκτίμηση τους. Οι βουλιμικοί μπορεί να μοιάζουν πολύ με τους ανορεξικούς στο φόβο της αύξησης του βάρους.

Τα άτομα με βουλιμία τυπικά είναι εντός του εύρους του φυσιολογικού ή ελαφρά υπέρβαροι με βάση το BMI (ΒΜΙ >18,5 και <30 για ενήλικες). Ανάμεσα στα επεισόδια υπερφαγίας συνήθως περιορίζουν την θερμιδική πρόσληψη, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τροφές οι οποίες πιστεύουν ότι μπορεί να πυροδοτούν επεισόδια υπερφαγίας. Συχνά παρουσιάζουν διαταραχές της έμμηνου ρύσεως αν είναι γυναίκες, χωρίς να είναι σαφές αν ενοχοποιείται γι’ αυτό έλλειμμα θρεπτικών συστατικών η σημαντική αυξομοίωση του βάρους ή το υπερβολικό άγχος. Η διαταραχή των ηλεκτρολυτών που προκύπτει από τις καθαρτικές συμπεριφορές μπορεί να είναι κάποιες φορές σημαντική.

Μοιραστείτε!
Share

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *